13 Απριλίου, 2024

Άλκη Ζέη, Αναμνήσεις της Κωνσταντίνας από τη Γερμανία

    Στο μυθιστόρημα Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της (2002) η Άλκη Ζέη αφηγείται τις περιπέτειες μιας έφηβης που έρχεται στην Ελλάδα χωρίς τους γονείς της, για να ζήσει προσωρινά με τη γιαγιά της, ύστερα από εφτάχρονη παραμονή στη Γερμανία. Οι δυσκολίες προσαρμογής της Κωνσταντίνας στη νέα πραγματικότητα, μακριά από το σπίτι της και τους συμμαθητές της, την οδηγούν σε επικίνδυνους δρόμους, από τους οποίους όμως θα διαφύγει τελικά χάρη στη θέλησή της για ζωή και στην αγάπη των καινούριων της φίλων. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, η δεκατριάχρονη ηρωίδα αναπολεί τις πρώτες μέρες στο Άαχεν και τη γνωριμία της με το περιβάλλον του γερμανικού σχολείου, στο οποίο η μητέρα της εργάζεται ως δασκάλα της ελληνικής γλώσσας


ΑΝΑΛΥΣΗ

Δομή

Το απόσπασμα δομείται σε τέσσερις ενότητες:
α) «Λένε πως άμα πνίγεσαι στη θάλασσα…που το λάτρευα»  οι πρώτες ημέρες της Κωνσταντίνας στο Άαχεν
β) «Το αγάπησα από τη στιγμή που το είδα…είμαστε έντεκα παιδιά όλα κι όλα» ► η πρώτη επαφή της Κωνσταντίνας με το γερμανικό σχολείο.
γ) «Ευτυχώς που δεν έχω δασκάλα τη μαμά…κατάφερα να έρθω τρίτη» ο θαυμασμός της ηρωίδας για τη μητέρα της και η αμφισβήτηση της γιαγιάς της.
δ) «Το γερμανικό σχολείο…..τρία πλην ένα πόσο κάνει. ► η προσαρμογή στο σχολείο και οι νέοι φίλοι

Περιεχόμενο –Τεχνική

Πρώτη ενότητα

Το απόσπασμα τοποθετείται στην Ελλάδα, στην Κυψέλη, στην οδό Καλογερά (το παρόν της αφήγησης). Εκεί βρίσκεται το σπίτι της γιαγιάς της Κωνσταντίνας από το σόι του πατέρα της, της Ισμήνης. Η κεντρική ηρωίδα, η Κωνσταντίνα βρίσκεται εκεί παρά τη θέλησή της, λόγω του διαζυγίου των γονιών της. Νοερά όμως ταξιδεύει  στο Άαχεν της Γερμανίας, στην οδό Άννης (Άννα στράσε), στο σπίτι της και στο γερμανικό σχολείο, όπου φοίτησε στο δημοτικό. Σε όλο το απόσπασμα ξετυλίγονται  οι αναμνήσεις της (αναδρομική αφήγηση).  Η ίδια εξηγεί τους λόγους, που την κάνουν να ανατρέχει στο παρελθόν. Με τις φράσεις «άμα πνίγεσαι στη θάλασσα»,  «βουλιάζω στη στεριά» και το μελαγχολικό, νοσταλγικό τόνο της αφήγησης εκφράζει τη συναισθηματική της φόρτιση, τη θλίψη και την απόγνωση. Η Κωνσταντίνα βαδίζει ήδη στα επικίνδυνα  μονοπάτια  της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, επειδή δεν μπόρεσε να διαχειριστεί το αίσθημα   εγκατάλειψης από τους γονείς, τον αποχωρισμό από τους φίλους της, τη νοσταλγία του σπιτιού της, την έλλειψη επικοινωνίας  στην Ελλάδα.   
  Από τις αναμνήσεις της αντλεί υποσυνείδητα την πίστη ότι η ζωή μπορεί να έχει ουσιαστικό νόημα και αξία, υπό την προϋπόθεση ότι περιβάλλεται κανείς από πρόσωπα και πράγματα αγαπημένα. Έτσι αναπολεί το σπίτι της και έμμεσα τους γονείς της. Η περιγραφή είναι λεπτομερής και κατευθύνεται από το γενικό και το εξωτερικό περιβάλλον (ο δρόμος, το οίκημα) ,  στο ειδικό, στο εσωτερικό του σπιτιού και τον πιο προσωπικό της χώρο (στο σπίτι, την κρεβατοκάμαρα, το κρεβάτι). 
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιλογή του ενεστώτα: «Μένουμε», σαν να παρατείνεται στο χρόνο η διαμονή στο σπίτι εκείνο, το μόνο χώρο που αναγνωρίζει ως σπίτι της μέχρι τώρα. Ο δρόμος περιγράφεται πνιγμένος στα δέντρα και τα λουλούδια, το δωμάτιό της ευρύχωρο και πολυτελές, το κρεβάτι   διπλό, παραμυθένιο, αληθινό κομψοτέχνημα. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τη θαλπωρή και τη φροντίδα που απολάμβανε κοντά στους γονείς της, όταν ήταν αγαπημένοι και όταν πάσχιζαν να την ευχαριστήσουν («ας της κάνουμε το χατίρι»). Ενισχύει μάλιστα αυτήν την εντύπωση η αφηγήτρια ζωντανεύοντας το περιστατικό της αγοράς του. Το γεγονός ότι οι γονείς της ενέδωσαν στην απαίτησή της  να αγοράσει αυτό το διπλό και ονειρεμένο κρεβάτι  έμμεσα υποδηλώνει αυτό που τώρα είναι οριστικά χαμένο: τότε η Κωνσταντίνα αποτελούσε τη  προτεραιότητα της ζωής τους. Από τη θέα του παιδικού δωματίου συνειρμικά μεταφέρεται σε ευτυχισμένες στιγμές με τον πατέρα της, στις κοινές καθημερινές τους συνήθειες.  Ο πατέρας δεν ηθογραφείται, όμως από τη διήγηση της κοπέλας προκύπτει η βαθιά επικοινωνία μεταξύ τους  και η χαρά να μοιράζεται μ’ αυτόν τα μικρά και τα μεγάλα  της καθημερινότητας. Έμμεσα παρουσιάζεται άνθρωπος ευχάριστος και κυρίως με κατανόηση, υπομονή και τρυφερότητα, που καλλιεργεί συστηματικά ένα κλίμα ελευθερίας και εμπιστοσύνης με το παιδί του.
Όσο η Κωνσταντίνα αναμοχλεύει το παρελθόν, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διαβάζει σελίδες  από το προσωπικό της ημερολόγιο, όπου σε πρώτο πρόσωπο αποτυπώνει με ειλικρίνεια τις σκέψεις της (ομοδιηγητικός-αυτοδιηγητικός αφηγητής), χωρίς να τις επιμελείται, χωρίς να τις βάζει σε τάξη και χωρίς να νοιάζεται για τις κρίσεις του  . Την ψυχική της διάθεση, όταν μιλάει για τον πατέρα της, την αναδεικνύει  ο αόριστος χρόνος και ο πληθυντικός αριθμός : «πηγαίναμε, να κάνουμε, καταλήγαμε»  και με τα σπαράγματα διαλόγου (μονοσήμαντος διάλογος): « πάλι έξω το ρίξατε;», «τι καινούργιο έχουμε σήμερα;» οι εικόνες, αν και ευχάριστες, έχουν έντονο μελαγχολικό χαρακτήρα.

  Δεύτερη ενότητα

Κρατώντας το νήμα της συζήτησης με τον πατέρα, η οποία περιστρεφόταν συνήθως γύρω από τη σχολική ζωή, η Κωνσταντίνα μάς ξεναγεί στο αγαπημένο της σχολείο και έμμεσα προβάλλει το πνεύμα της γερμανικής εκπαίδευσης. Από την πρώτη μέρα το σχολείο την καλωσόρισε θερμά με τη μεγάλη νοικοκυρεμένη αυλή του, τα πολύχρωμα λουλούδια, τα χρωματιστά παράθυρα, τους πλακόστρωτους διαδρόμους, τους πίνακες και τις αναρτημένες εργασίες των παιδιών. Ένας χώρος μάθησης, οικειότητας και ηρεμίας, που χαίρεσαι να τον βλέπεις και να τον ζεις. Μοιραία η περιγραφή οδηγεί σε συγκρίσεις με τα περισσότερα ελληνικά δημόσια σχολεία, ένα από τα οποία  την φιλοξενεί τώρα: αποπνικτικά, στενάχωρα, μίζερα, κακοκατασκευασμένα, κακοσυντηρημένα, απρόσωπα, γκρίζα, με λίγα λόγια θλιβερά. Σε άλλο κεφάλαιο του έργου για το σχολείο της στην Ελλάδα η ίδια θα πει : "απέξω μοιάζει φυλακή, με ψηλά κάγκελα που φράζουν τη μικρή αυλή που δεν έχει ούτε ένα λουλούδι, μόνο ξερό τσιμέντο, και μια μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα". Η ηρωίδα παρατηρεί εντυπωσιασμένη το περιβάλλον και ξεπερνάει προσωρινά την αγωνία και το φόβο που αισθάνεται καθώς είναι η πρώτη μέρα στο σχολείο.  Προσωρινά, γιατί τώρα θα υποστεί την πιο δύσκολη δοκιμασία, θα γνωρίσει το διευθυντή, τη δασκάλα και τους συμμαθητές της.
Η διήγησή της σ΄αυτό το σημείο έχει ανάλαφρο χαρακτήρα και φανερώνει τη διάθεσή της τώρα πια να δει την κωμική πλευρά της συνάντησης : «Ουφ! Η καρδιά μου έπαψε να παίζει ταμπούρλο», «καλώς το παιντί μας». Ο χερ Χάινερ αποκαλύπτει τις παιδαγωγικές του αρετές και επιβεβαιώνει το κύρος του και τη φήμη του («είναι ο καλύτερος»). Η Κωνσταντίνα τού αφιερώνει  εκτενές μέρος της αφήγησης ζωγραφίζοντας και τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά (καλοσυνάτος, συμπαθέστατος, γλυκός) και τα ηθικά του χαρίσματα ( έξυπνος, διεισδυτικός, τρυφερός, ευγενικός, ελληνοτραφείς, προοδευτικός). Εκτός από τη στοργική του υποδοχή («έσκυψε, με φίλησε»), την κερδίζει με τα ελληνικά του, γιατί ως κάτοχος της ελληνικής παιδείας εκτιμά ήδη πάνω της την καταγωγή της. Έτσι, η αμηχανία και ο φόβος, επειδή είναι ξένη, καταλύονται και η εθνικότητά της την κάνει μάλλον ελκυστική. Όμως περισσότερο την  κατακτά ο χερ Χάινερ, γιατί μπόρεσε με τη διεισδυτική ματιά του να αναγνωρίσει πάνω της, την εξυπνάδα, την προσαρμοστικότητα, τη θεληματικότητα και τη δύναμη, και μάλιστα να τα διατυπώσει με πρωτάκουστο γι αυτήν τρόπο, ώστε να μετατρέψει το αρνητικό σε θετικό («δεν είπε ότι έχω βλέμμα εξεταστικό, αλλά έξυπνο και θεληματικό»).  Η Κωνσταντίνα  τοποθετείται από το διευθυντή σε ισότιμη θέση δεν εξετάζεται, αλλά εξετάζει και εκείνη. Της αναγνωρίζει λοιπόν, αν και είναι ένα μικρό παιδί, το δικαίωμα να κρίνει και την ικανότητα να αξιολογεί. Έτσι εκείνη ξεπερνά οριστικά την ανησυχία της και βλέπει την ένταξή της στο νέο περιβάλλον με αισιοδοξία. Πασχίζει μάλιστα να επιβεβαιώσει αμέσως τις προβλέψεις του Χάινερ, ότι θα τα καταφέρει, βαδίζοντας με αυτοπεποίθηση. Το γεγονός ότι εκείνος τη συνοδεύει στην τάξη και τη συστήνει στη δασκάλα της υπογραμμίζει το σεβασμό του  προς τους μαθητές του και το φιλικό κλίμα που επικρατεί.
    Στη συνέχεια η Κωνσταντίνα θυμάται την τάξη της, που είναι ανάλογη του ευρύτερου χώρου του σχολείου, όμορφη, καθαρή, στολισμένη και ακόμη τους συμμαθητές της. Από τις αδρές πληροφορίες αναδεικνύεται η πολυπολιτισμικότητα της τάξης και ευρύτερα της Γερμανικής κοινωνίας. Παιδιά από διάφορες χώρες σε ένα ολιγομελές τμήμα συνθέτουν ένα πολύχρωμο μικρό σύμπαν, μέσα στο οποίο βρίσκει γρήγορα τη θέση της, αναπτύσσοντας σχέσεις με το Διαγόρα, το μαυράκι και τη Σίγκριντ, τη Σουηδή. Η  διαφορετικότητα είναι αποδεκτή ως μία φυσική κατάσταση και μάλλον χρήσιμη για την εξοικείωση της με ξένες ιδέες και συνήθειες και  την ομαλή της κοινωνικοποίηση. Παράλληλα, φοιτά σε απογευματινό ελληνικό σχολείο, για να γνωρίσει τον εθνικό της πολιτισμό και να διατηρήσει την  εθνική της ταυτότητα.

Τρίτη ενότητα

Στην τρίτη ενότητα η ηρωίδα αποκαλύπτει ότι η μητέρα της ήταν δασκάλα στο σχολείο της και αναλογίζεται με καμάρι τη σημαντική επαγγελματική και κοινωνική αναγνώρισή της στην ξένη χώρα. («είμαι περήφανη για τη μαμά μου»). Οι μαθητές  της τη λάτρευαν, τη σέβονταν, τη θαύμαζαν. Την περιτριγύριζαν με  φωνές και χαμόγελα, απόδειξη ότι ήταν προσιτή και τρυφερή.  Αλλά και ο αξιότιμος χερ Χάινερ την ξεχώριζε και την τιμούσε για το έργο της και την προσφορά της στο σχολείο («είστε το διαμάντι του σχολείου μας»). Η επαγγελματική καταξίωση της μητέρας είναι ένας λόγος που η μικρή Κωνσταντίνα  την αναγνωρίζει ως πρότυπο αλλά και ένας λόγος που  της λείπει  περισσότερο και  πονά. Ο θαυμασμός της είναι  μια έμμεση εκδήλωση νοσταλγίας. Στις επιτυχίες της μητέρας βλέπει ακόμη την ηθική της αποκατάσταση, γιατί  η γιαγιά Ισμήνη είχε σοβαρές αντιρρήσεις για το γάμο των γονιών της και  θεωρούσε τη μητέρα της ακατάλληλη για το γιο της. Με όσα κατάφερε η μητέρα της έδωσε μια αποστομωτική απάντηση στην πεθερά της.
Η γιαγιά Φάρμουρ απέρριπτε τη νύφη της με κριτήριο  τα πολιτικά φρονήματα, και μάλιστα όχι της ίδιας αλλά της οικογένειάς της. Η Κωνσταντίνα την παρουσιάζει τόσο προσκολλημένη στο αριστερό της παρελθόν και τις τραυματικές εμπειρίες της κατοχής και του εμφυλίου, ώστε ακόμη και σήμερα, μισό αιώνα μετά, εξακολουθεί να κρίνει και να ερμηνεύει κάθε τι με τον άκαμπτο και παθιασμένο τρόπο της νιότης της. Η Ζέη σ΄αυτό το σημείο βλέπει με κριτικό μάτι και αυτοσαρκασμό τη γενιά της και την αριστερά και τολμά να προσεγγίζει με το άδολο και αυθόρμητο   χιούμορ  της  Κωνσταντίνας ακόμη και  την Αντίσταση και την Κατοχή: «Εκείνη βέβαια, ακόμα και την Κοκκινοσκουφίτσα να σου διηγηθεί, θα σου πει πως την έφαγε ο λύκος γιατί ήταν φασίστας». Η Κωνσταντίνα παιδί μιας άλλης γενιάς, δεν μπορεί να κατανοήσει  τη γιαγιά της, την ειρωνεύεται για την άκαμπτη κρίση της, αλλά αναγνωρίζει πως μοιάζουν σε κάτι: το πείσμα και την ανεξάρτητη θέληση. Ωστόσο η γιαγιά μπλέκεται στις αναμνήσεις της σ΄αυτό το σημείο, για να αναδειχθεί περισσότερο η λατρεμένη μορφή της μάνας. Ό,τι ανακαλεί το κορίτσι από το παρελθόν είναι ένας τρόπος, ο μόνος, να ξαναζήσει την αναντικατάστατη επαφή μαζί της. Και η  γιαγιά κρίνεται σε σχέση πάντα με τη μάνα, "η γιαγιά που δε μ' αγαπούσε και δεν την αγαπούσα", όπως εκμυστηρεύεται η ίδια η Κωνσταντίνα σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου.
     Αξιοσημείωτη στην ενότητα αυτή είναι η χρήση του ενεστώτα («Ευτυχώς δεν έχω δασκάλα τη μαμά»), που μεταπίπτει σε αόριστο στη συνέχεια, και φανερώνει  ότι το παρόν πλέκεται με το παρελθόν από βαθιά συναισθηματική ανάγκη, την ανάγκη επικοινωνίας με τη μητέρα της. Στην ενότητα αυτή ακόμη  η Κωνσταντίνα ηθογραφείται με φυσικότητα. Άλλες στιγμές εκφράζει την ωριμότητα και την κρίση της έφηβης, που αμφισβητεί, εμβαθύνει και διακωμωδεί («Εκείνη βέβαια….ήταν φασίστας», «Μα ο μπαμπάς άμα του μπει κάτι στο μυαλό….ίδιος εγώ πήγα να πω», «Καλά μπερδεύω τις ημερομηνίες…με τις φίλες σου») και άλλες στιγμές αιφνιδιάζει τον αναγνώστη με την παιδική της αφέλεια (« Κι αν δεν επέμενε τόσο ο μπαμπάς μπορεί να μην την είχα τώρα μαμά μου!». Η Κωνσταντίνα ευγνωμονεί την επιμονή και την αγάπη του πατέρα, που της έδωσε τη χαρά της ύπαρξης, της  στοργής και της αγάπης και της έκανε δώρο μια αξιολάτρευτη μητέρα, ένα διαμάντι. Και πάλι συνειρμικά από την τελευταία σκέψη επιστρέφει στις σχολικές αναμνήσεις και εμπειρίες.

Τέταρτη ενότητα

Η ηρωίδα διατυπώνει τις κρίσεις της για την εκπαιδευτική μεθοδολογία και τη φιλοσοφία του γερμανικού σχολείου. Θεωρεί το γερμανικό σχολείο ιδιαίτερα αυστηρό («Το γερμανικό σχολείο δεν αστειεύεται») κι αυτό δίνει μεγαλύτερη αξία στη διάκρισή της στην τρίτη θέση ανάμεσα στους συμμαθητές της.  Παρατηρεί ακόμη ότι  το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα θέτει στόχους μακροπρόθεσμους και ανελαστικούς. Από τις τάξεις του δημοτικού ακόμη  επιλέγονται από τις επιδόσεις τους οι μαθητές και είτε συνεχίζουν τη φοίτηση με πρόσβαση στα πανεπιστημιακά ιδρύματα είτε προορίζονται για τεχνικές και επαγγελματικές σχολές. Η έφηβη Κωνσταντίνα δεν μπορεί να αξιολογήσει το σύστημα αυτό, παραθέτει όμως την κρίση της μητέρας της, η οποία ως έμπειρη εκπαιδευτικός  το χαρακτηρίζει άδικο. Στη συνέχεια  θυμάται την αγαπημένη της φίλη, τη Σίγκριντ και τον αριστούχο  Διαγόρα, του οποίου την υπεροχή αναγνωρίζει, χωρίς κανένα ανταγωνισμό, με θαυμασμό περισσότερο και χαρά για τις ικανότητές του.  Ενώ φαίνεται ότι η μνήμη της μετακύλησε σε άλλο θέμα, μακριά από το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα, στην πραγματικότητα η αναφορά στους συμμαθητές της  αναδεικνύει ένα θετικό στοιχείο του: Η Γερμανία, με μακρά ιστορική εμπειρία (από τη δεκαετία του 50) ως χώρα υποδοχής μεταναστών, έχει καλλιεργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε παιδιά διαφόρων εθνικοτήτων να μπορούν ισότιμα να μορφωθούν και να διακριθούν. Η   πολυπολιτισμική σύνθεση της σχολικής τάξης της φαίνεται ότι είναι  καθημερινή εξάσκηση στη συνεργασία και την ανεκτικότητα.  Η χαρά που νιώθει η Κωνσταντίνα για τη μαθηματική «διάνοια» του φίλου δείχνει βέβαια την ευγένεια της ψυχής της αλλά είναι έμπρακτη απόδειξη του αλληλοσεβασμού και της  άμιλλας, που καλλιεργεί το πολυεθνικό σχολείο.

Αφηγηματικήές τεχνικές

    Η αφηγήτρια ταυτίζεται με τη βασική ηρωίδα. Διηγείται σε α΄ πρόσωπο μια ιστορία, στην οποία μετέχει. (ομοδιηγητικός αφηγητής). Είναι μάλιστα και η πρωταγωνίστρια της αφηγούμενης ιστορίας (αυτοδιηγητικός αφηγητής). Σε ορισμένα χωρία, όπου η αφηγήτρια απευθύνεται στη γιαγιά της, σαν να είναι παρούσα, χρησιμοποιεί το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο. Π.χ. «στον εμφύλιο-πότε έγινε Φάρμουρ;». Τα γεγονότα παρουσιάζονται έτσι όπως τα βίωσε η αφηγήτρια και μέσω της δικής της οπτικής, άρα η εστίαση είναι εσωτερική. Το μεγαλύτερο μέρος του αποσπάσματος αναφέρεται στο παρελθόν και στις αναμνήσεις της (αναδρομή στο παρελθόν), εκτός από το προοίμιο («Λένε πως άμα πνίγεσαι στη θάλασσα…όλη μου η ζωή στο Άαχεν»), που τοποθετείται στο παρόν. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ακόμη και στην περιγραφή των πρώτων ημερών στο Άαχεν (παρελθόν) παρεμβάλλονται και αναδρομές στο πιο μακρινό παρελθόν ,όπως η αγορά του κρεβατιού και η γνωριμία των γονιών της.
       Η συγγραφέας  αξιοποιεί την περιγραφή, η οποία, όπου υπάρχει, είναι λεπτομερής και παραστατική (π.χ. του κρεβατιού, η του διευθυντή), την αφήγηση και το διάλογο. Οι διάλογοι είναι μονοσήμαντοι, δηλαδή καταγράφεται μόνο η ερώτηση ή μόνο η απόκριση του ενός συνομιλητή, είναι όμως ζωηροί και ρεαλιστικοί.
        Αρμόζει ακόμη να υπογραμμίσουμε μιαν προσφιλή αφηγηματική τακτική της ΄Αλκης Ζέη, γνωστή και από άλλα βιβλία της: επαναλαμβάνει, αυτούσιες ή ελαφρά παραλλαγμένες φράσεις που δένουν το νήμα της αφήγησης και καθορίζουν τον κεντρικό άξονα, τη ραχοκοκαλιά της. π.χ. «το διαμάντι του σχολείου μας». Θα πρέπει τέλος να επισημάνουμε  την αφηγηματική άνεση, την κινηματογραφική περιγραφή (της συνέντευξης του Χερ Χάινερ, των παιχνιδιών με το κρεβάτι) και πάνω απ’ όλα τη φυσικότητα. Πουθενά δεν αισθάνεται ο αναγνώστης την παρέμβαση της συγγραφέως, πουθενά δεν έχει την αίσθηση ότι κάποιος μιμείται τη σκέψη και την έκφραση ενός παιδιού. 

Γλώσσα
 
Η γλώσσα είναι  απλή δημοτική, πολύ φυσική, εκφραστική και χαλαρή, με έντονο είναι το στοιχείο της προφορικότητας. Η  σημαντικότερη αρετή της έκφρασης είναι ότι είναι  αληθινή, η δέουσα για τη δροσερή σκέψη και την αθώα ψυχή της δεκατριάχρονης ηρωίδας. Η Ζέη δεν μένει στο επίπεδο της μίμησης και της οικειοποίησης μιας γλώσσας ξένης προς αυτήν, αλλά εκφράζεται αποτελεσματικά και αβίαστα «μέσω αυτής της γλώσσας και μέσα από αυτή τη γλώσσα». Ο καθαρός και άμεσος λόγος της Κωνσταντίνας αποδίδει με επιτυχία την αφέλεια, τον αυθορμητισμό της και το χιούμορ της.

Εκφραστικά μέσα

Η αφήγηση μπορεί να θεωρηθεί πλούσια σε εκφραστικά μέσα, που όμως δεν καλούνται να καλλωπίσουν το λόγο, αλλά να αποδώσουν πειστικά το πνεύμα της δεκατριάχρονης κοπέλας. Γι’ αυτό και δεν διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους, αλλά  για την αμεσότητα και την εκφραστικότητά τους. Ξεχωρίζουν οι πολύ παραστατικές περιγραφές- εικόνες, οι οποίες αναδεικνύουν την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία της ηρωίδας και ζωηρεύουν την αφήγηση οι αποσπασματικοί διάλογοι. Ειδικότερα:
Μεταφορές: «τώρα που βουλιάζω στη στεριά», «περνάει από μπροστά μου όλη μου η ζωή», «Πάλι έξω το ‘ρίξατε», «Όλοι είχαν το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου», «είστε το ντιαμάντι του σχολείου», «θα τρίζουν τα κόκαλα του πατέρα σου»,
Παρομοιώσεις «σαν κινηματογραφική ταινία», «σαν του παλιού καιρού», «σαν τρελή», «θα έμοιαζα με λειψανάκι», «σαν να μου ’λεγαν κουράγιο», «μαλλιά κόκκινα σαν φλόγες».
Προσωποποιήσεις «η καρδιά μου έπαψε να παίζει ταμπούρλο», «το γερμανικό σχολείο δεν αστειεύεται»,
Επαναλήψεις «γλάστρες, μία-μία», όλα κι όλα»,
Εικόνες (η περιγραφή της τάξης και των παιδιών, το υπνοδωμάτιο, η εικόνα του σχολείου).

Ύφος

Το ύφος  είναι φυσικό και ζωηρό. Νοσταλγικό και μάλλον μελαγχολικό, όταν η ηρωίδα αναπολεί ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές  και ελαφρά ειρωνικό, όταν αναφέρεται στη γιαγιά της με διάθεση διακωμώδησης.






Πηγή; https://e-didaskalia.blogspot.com/2023/11/anamniseis-konstantinas.html