18 Απριλίου, 2021

Ν. Εγγονόπουλος, Καραγκιόζης. Ένα ελληνικό θέατρο σκιών.

 Ν. Εγγονόπουλος, Καραγκιόζης. Ένα ελληνικό θέατρο σκιών.


Ο Ν. Εγγονόπουλος και το έργο του

Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Απολύθηκε το 1928 και εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα σε νυχτερινό Γυμνάσιο. Από το 1930 ως το 1933 εργάστηκε ως σχεδιαστής στη διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Στο μεταξύ (1932) γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ παράλληλα φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Δημήτρη Πικιώνη. Το 1934 μετατέθηκε στην Τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου και ένα χρόνο αργότερα μονιμοποιήθηκε. Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς σε στρατόπεδο εργασίας, από όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Το 1945 αποσπάστηκε ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, όπου το 1956 έγινε μόνιμος επιμελητής και εγκατέλειψε τη θέση του στο Υπουργείο. Ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε επιμελητής της έδρας Γενικής Ιστορίας της Τέχνης. Το 1964 παραιτήθηκε από το Πολυτεχνείο, επέστρεψε όμως τρία χρόνια αργότερα, καθώς εκλέχτηκε έκτακτος μόνιμος καθηγητής στην έδρα Ελευθέρου Σχεδίου και το 1969 τακτικός καθηγητής στην έδρα Ελευθέρου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης. Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε το 1973, όταν συμπλήρωσε το όριο ηλικίας και αποχώρησε από το Πολυτεχνείο, όπου το 1976 ανακηρύχτηκε ομότιμος καθηγητής. Παντρεύτηκε δυο φορές, το 1950 τη Νέλλη Ανδρικοπούλου με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Πάνο, και το 1960 την Ελένη Τσιόκου, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Εριέττη.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος υπήρξε λογοτέχνης, μεταφραστής, ζωγράφος, αγιογράφος και σκηνογράφος. Η πρώτη του εμφάνιση στον καλλιτεχνικό χώρο πραγματοποιήθηκε το 1938 με την παρουσίαση ζωγραφικών έργων του στα πλαίσια της έκθεσης Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε στίχους του στο περιοδικό Κύκλος του Απόστολου Μελαχρινού και εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, ενώ συνεργάστηκε ως σκηνογράφος στην παράσταση του έργου του Πλαύτου Μένεχμοι στο θέατρο Κοτοπούλη. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές Κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939), Επιστροφή των πουλιών (1946), Έλευσις (1948), Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω (1956) [για την οποία τιμήθηκε το 1958 με το Πρώτο Βραβείο Ποιήσεως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας], Η Κοιλάδα με τους ροδώνες (1978). Δημοσίευσε ποιήματα, θεωρητικά κείμενα και μεταφράσεις (από ποιήματα των Μαγιακόφσκι, Λοτρεαμόν, Λόρκα, Μποντλέρ, ντε Κίρικο, Πικάσσο, Τζαρά) στα περιοδικά της εποχής (Νέα Γράμματα, Τετράδιο, Κύκλος, Υπερρεαλισμός, Ο Ταχυδρόμος, Πάλι, Ευθύνη, Ζυγός, Σπείρα, Cahiers du sud, London magazine, Manna κ.α.), πήρε μέρος σε εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Ρώμη, Οττάβα, Μόντρεαλ, Βανκούβερ, Βρυξέλλες, Σαν Πάολο κ.α.) και συνεργάστηκε σε πολλές θεατρικές παραστάσεις ως σκηνογράφος (του Εθνικού Θεάτρου, του Κρατικού θεάτρου Βορείου Ελλάδος, του θεάτρου Κοτοπούλη κ.α.). Το 1979 τιμήθηκε για δεύτερη φορά με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως, ενώ για το ζωγραφικό του έργο είχε τιμηθεί με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου του Α’ (1966). Τιμήθηκε επίσης με το Παράσημο Ταξίαρχου του Φοίνικος.

Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά ουγγρικά και μελοποιήθηκαν από τον Νίκο Μαμαγκάκη, τον Αργύρη Κουνάδη, τον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε συνθήκες οικονομικής ανέχειας. Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση που του στοίχισε το ένα του πόδι.

Η καλλιτεχνική δημιουργία του Νίκου Εγγονόπουλου τοποθετείται στην πρωτοπορία του ελληνικού υπερρεαλισμού, στα πλαίσια της οποίας έδρασε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δημοτικής γλώσσας και οι συμβολικές μορφές του, μέσω των οποίων πρόβαλε το αίτημα για μια ελληνοκεντρική υπερρεαλιστική ποίηση και μια νέα έκφραση της ελληνικότητας.

 

Εργογραφία

 

Ι.Ποίηση

• Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν. Αθήνα, Κύκλος, 1938.

• Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής. Αθήνα, Ιππαλεκτρύων, 1939.

• Επτά ποιήματα. Αθήνα, Ο Γλάρος, 1944.

• Μπολιβάρ. Αθήνα, Ίκαρος, 1944.

• Η επιστροφή των πουλιών. Αθήνα, Ίκαρος, 1946.

• Έλευσις. Αθήνα, Ίκαρος, 1948.

• Εν Ανθηρώ Έλληνι λόγω. Αθήνα, Ίκαρος, 1957.

• Η κοιλάδα με τους ροδώνες. Αθήνα, Ίκαρος, 1978.

• Bolivar· un poeme grec. Παρίσι, Francois Maspero, 1976. (μετάφραση Franchita Gonzalez Battle)

• Bolivar· Un poemia Griego. Καράκας, Junentud Griega de Venezuela - Editorial Arcadia, 1981. (μετάφραση Miguel Castillo Didier)

ΙΙ.Πεζογραφία- Δοκίμιο - Τέχνη

• Ελληνικά Σπίτια. Εικονογραφημένη έκδοση του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, 1972.

• Ο Καραγκιόζης· Ένα ελληνικό θέατρο σκιών. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1980.

• Πεζά κείμενα· Με δύο έγχρωμους πίνακες. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1987.

• Η κοιλάδα με τους ροδώνες. Αθήνα, Ίκαρος, 1978.

ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις

• Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν - Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής. Αθήνα, Ίκαρος, 1966.

• Ποιήματα Α΄· Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν - Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής. Αθήνα, Ίκαρος, 1977.

• Ποιήματα Β΄· Η επιστροφή των πουλιών - Έλευσις - Ο Ατλαντικός - Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω. Αθήνα, Ίκαρος, 1977. 1. Για τις μεταφράσεις έργων του Εγγονόπουλου στα αγγλικά και την ελληνική δισκογραφία Εγγονόπουλου βλ Connoly D., «Παράρτημα · Έργα του Εγγονόπουλου σε αγγλική μετάφραση» και Μπαγέρης Δημήτρης, «Ν.Εγγονόπουλος: Από Τα Κλειδοκύμβαλα της σιωπής στα κλειδοκύμβαλα των συνθετών», Διαβάζω381, 1/1998, σ.155-156 και 140 αντίστοιχα.

Ο  Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους (και ποιητές) του 20ου αιώνα, ο εξέχων εκπρόσωπος του Υπερρεαλισμού στη χώρα μας. Είναι εκείνος που με έναν θαυμαστό τρόπο πήρε το ανθρωποειδές ομοίωμα, το ανδρείκελο των προγενεστέρων του, και κατάφερε να πλάσει κάτι εντελώς άλλο: με έντονα τα στοιχεία του φύλου,τις ιστορικές αναφορές αλλά και το διαβρωτικό χιούμορ (κόκκινα μπανιερά), σε ένα μεσογειακό, συχνά βυζαντινότροπο τοπίο, δημιούργησε συναντήσεις με ομηρικά πρόσωπα, αρχαίους σοφούς και νεώτερους ήρωες, συχνά σε στάση κούρου ή και βυζαντινού αγίου. Είναι λοιπόν βέβαιο πως, αυτός ο ευγνώμων -όπως πάντα έλεγε-μαθητής του Φώτη Κόντογλου, είναι ο κατάλληλος να μας προσδιορίσει και στην περίπτωση του αγαπημένου μας θεάτρου σκιών, τι ακριβώς σημαίνει αφορμήεπιρροή ή δάνειο, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στη λαϊκή τέχνη.


Το θέατρο σκιών και ο Καραγκιόζης

 Το θέατρο είναι μια από τις ανώτερες μορφές καλλιτεχνίας η πιο ζωντανή, παραστατική, απολύτως αληθινή και ταυτόχρονα απολύτως ψεύτικη. Κι όταν λέμε αληθινή, δεν εννοούμε την επίγεια, απολυτή, ωμή αλήθεια. Όπως κι όταν λέμε ψέμα, δεν εννοούμε την πλάνη, την ασάφεια, την κοροϊδία. Είναι κάτι μαγικό, ανώτερο και ουσιώδες. Ανάλογα συναισθήματα νιώθουν και οι υπηρέτες του – ίσως σε λίγο μεγαλύτερο βαθμό, γιατί το βιώνουν με τον πιο άμεσο από όλους τρόπο, με το ανέβασμα τους στη σκηνή – οι λεγόμενοι ηθοποιοί.

«Μέχρι σήμερα δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως η ακριβής προέλευση του θεάτρου σκιών . Όπως σε οτιδήποτε παραδοσιακό γνώμονας έρευνας τίθεται πάντα ο θρύλος. Μήπως γνωρίζουμε ποτέ πρωτοειπώθηκε και από ποιον ένα παραμύθι ή ποιος τραγούδησε ένα δημοτικό τραγούδι ; Οι λαϊκές παραδόσεις ‘δημιουργήθηκαν’ από διαφορές γενιές ανθρώπων εκφράζοντας τη λύπη, τον πονάτε χαρά και γενικότερα τα συναισθήματα τους. Εαυτόν ακριβώς το λόγο δεν πρέπει να υποτιμάμε οτιδήποτε το παραδοσιακό.

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι θέατρο σκιών από όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς  έχει μόνο ο ελληνικός. Φάνετε πως η Δύση με τα αγάλματα, τις μπερεκέτη ζωγραφική και γενικότερα τον ήδη μέχρι τότε ακμάζοντα πολιτισμό της δεν ενδιαφέρθηκε για αυτήν την ταπεινή τέχνη. Αντίθετα στην Ανατολή μπορούμε να πούμε πως η τέχνη αυτή άκμαζε και έβρισκε ανταπόκριση σε πολλούς λαούς. Ήταν αυτό που οι Άγγλοι ονόμασαν ‘the magic of the east’ . Oι περισσότεροι θρύλοι , αλλά και προφορικές και γραπτές μαρτυρίες ανάγονται στις χώρες της άπω Ανατολής και κυρίως στην Κίνα. Γίνεται σχετική αναφορά σε μια κινεζική  εγκυκλοπαίδεια  του 9ου αιώνα π.χ. Από εκεί και πέρα ο κάθε λαός έχει το δικό του θρύλο.

Επίσης αυτό που λέγεται με σιγουριά είναι τιμώταν οι πρωτόγονοι άνθρωποι ανακάλυψαν τη φωτιά ,έκαναν παιχνίδια με τις σκιές, παριστάνοντας συνήθως νεκροκεφαλές ή πνεύματα. Από αυτό, λοιπόν, συνεπάγεται ότι το θέατρο σκιών συνδέθηκε αρχικά με τη λατρεία των νεκρών του κάτω κόσμου και ύστερα μεταλλάσθηκε σε ένα κωμικό θεαμα». (1) (3)


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ

X
Δερμάτινη Φιγούρα Μαλαισίας: (Περιοχή Kelantan, ύψος 79 εκ.). O Seri Rama, ήρωας του έργου Ramayana

«Η οξύτητα του πνεύματος των Κινέζων είναι πασίγνωστη. Οι Κινέζοι ,ακόμα, ήταν οι άνθρωποι που ανακάλυψαν το χαρτί .Με χαρτι έφραζαν μέχρι και τα παράθυρα τους. Υπάρχει ,λοιπόν, περίπτωση η ιδέα του θεάτρου σκιών να επήλθε από τη θέαση των σκιών  έξωθεν των παραθύρων τους. Ο πιο γνωστός μύθος της Κινάς έχει ης εξής: Όταν ο αυτοκράτορας της Κινάς Ουου έχασε τη σύζυγο του , έπεσε σε κατάθλιψη. Τότε ο αυλικός του Λι Σαο-Λουάνγκ θέλοντας να τον παρηγορησει, έφτιαξε τη μορφή της  αυτοκράτειρας σε φιγούρα του θεάτρου σκιών και του τη δώρισε και τότε ο αυτοκράτορας κάπως ηρέμησε. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο , όπως προαναφέρθηκε, το θέατρο σκιών αρχικά συνδέθηκε με τη λατρεία των νεκρών του κάτω κόσμου και με τη νοσταλγία και γιατί  έλαβε και τις ανάλογες ονομασίες ,δηλαδή «πανί του ονείρου», «πανί της προσδοκίας », «πανί της προσδοκίας του θανάτου ».

Από την Κινά ,λοιπόν, το θέατρο σκιών μεταφέρθηκε στην Ινδοκίνα και τις Ινδίες. Η ινδική Μαχαμπαρατα  το αναφέρει. Παιζόταν στην κινεζική γλωσσά . Συμφώνα με μια εκδοχή το μακρύ χέρι του Καραγκιόζη είναι ινδικής προέλευσης . Οι Ινδοί φαντάζονταν τα πνεύματα με μεγάλους βραχίονες , που συμβόλιζαν τη δυναμικέ την ομορφιά. Ο Βούδας παριστάνεται όχι μόνο με μακριά χεριά ,αλλά και με περισσότερα από δυο. Το θρησκευτικό θέατρο σκιών γρήγορα απλώθηκε σε Μαλαισία ,Ταϋλάνδη και Καμποτζη».(1)

S
Δερμάτινη Φιγούρα Μαλαισίας: (ύψος 86 εκ.) Ο Mabraia Wana, ο βασικότερος εχθρός του Seri Rama
V
Δερμάτινη Φιγούρα Μαλαισίας: (Περιοχή Kelantan, ύψος 79 εκ.). O Seri Rama, ήρωας του έργου Ramayana

ΤΟ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ

«Στην αρχαιότητα ,ο δρόμος που συνέδεε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία με την Κινα ηταν ο δρομος του μεταξιου.Υπηρχε και ο δρομος των ινδιων την εποχη του μεγαλου Αλεξανδρου. Λέγεται ,λοιπόν, ότι πιθανόν τσιγγάνοι ινδικής καταγωγής να μετέφεραν το θέατρο σκιών μέσω αυτού του δρόμου είτε στην Αίγυπτο, είτε στην Τουρκία. Όμως λόγω των διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων που ελάμβαναν  χωρά τότε στην Τουρκία δεν μπόρεσε να επιβιώσει το θέατρο σκιών με τον τότε θρησκευτικό του χαρακτήρα και έτσι μεταλλάχθηκε σε κωμικό  θέαμα και πρωταγωνιστής του ήταν ο karagoz ο Μαυρομάτης (Kara=μαύρο, gοze=μάτι). Πολλοί είναι οι θρύλοι γύρω από αυτό το πρόσωπο. Πιο γνωστοί: γύρω στον 14ο αιώνα , εκατό χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης αυτοκράτορας ήταν ο Ορχάν (1324-1360), γιός του Οσμάν και ιδρυτής της οθωμανικής αυτοκρατορίας Ήρχαν είχε πρωτεύουσα τη μεσίτης Μικρές Ασία .  Ο πάσας ανέθεσε τότε την επίβλεψη του τζαμιού σε έναν εργολάβο οικοδομών , που τον έλεγαν Χατζηαβάτη. Αυτός ανέλαβε να προσλάβει τους εργάτες και πρωτομάστορα έβαλε τον Καραγκιόζη ,ο όποιος, ήταν μαραγκός, μα είχε μυαλό πρωτομάστορα. Ο Καραγκιόζης έλεγε συνεχώς καλαμπούρια στους εργάτες και δεν τους άφηνε να δουλεύουν. Ο πάσας έβλεπε,  ότι το χτίσιμο του τζαμιού δεν προχωρούσε και έτσι απείλησε τον  Χατχηαβάτη   ότι θα του κόψει το κεφάλι , εάν η κατάσταση συνεχιζόταν και τότε ο Χατζηαβάτης του φανέρωσε πως κύριος υπεύθυνος για την όλη ιστορία ήταν ο Καραγκιόζης. Τότε ο πάσας φωνάζει τον Καραγκιόζη και τον απειλεί πως,  αν συνεχίσει έτσι θα του κόψει το κεφάλι. Ο Καραγκιόζης, όμως, δεν άκουσε, συνέχισε να λέει καλαμπούρια στους εργάτες και ο πάσας τον αποκεφάλισε. Ύστερα από αυτό ο πάσας έπεσε σε κατάθλιψη και ο Χατζηαβάτης , για να τον παρηγορήσει έφτιαξε τη φιγούρα του Καραγκιόζη, τέντωσε ένα πανί, έβαλε από πίσω φως, τοποθέτησε τη φιγούρα και έλεγε τα καλαμπούρια του Καραγκιόζη. Τότε ο πάσας του έδωσε άδεια  να παίζει Καραγκιόζη σ’όλους τους μαχαλάδες.

Μια άλλη εκδοχή θέλει τον πάσα να σκοτώνει και τον Χατζηαβάτη και να πέφτει σε μελαγχολία. Για να τον διασκεδάσει τότε ο υπασπιστής του, Μεχμέτ Κιουστερί (1326-1359), έφτιαξε φιγούρες του Καραγκιόζη και του Χατζηαβατη και έπαιζε λέγοντας τα καλαμπούρια τους». (1)


ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

«Ο Τούρκος καθηγητής Σαμπρί Εσάτ Σιγιαβουτζίλ αναφέρει πως τα πρόσωπα που κινούνται στη σκηνή του τούρκικου Καραγκιόζη μπορούσε κάνεις πριν από χρόνια να τα συναντήσει σε κάποια από τις συνοικίες της παλιάς Πόλης. Ανάμεσα σε αυτά είναι καταρχήν οι γνήσιοι κάτοικοι του μαχαλά, ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβατης. Υπάρχουν επίσης ο Τσελεμπής (το ομορφόπαιδο), η Ζεννέ (ελαφρών ηθών), ο Τιρυακής (θεριακλής-χασικλής), ο Μπεμπερουής (ο μικρός καμπούρης), ο Τουτούζ ντελή Μπεκήρ (σύμβολο της τρομερής εξουσίας), ο Μπεκρής, ο Αλήτης, και ακολουθεί ένα πλήθος από δευτερεύοντες τύπους που σπάνια εμφανίζονται, όπως είναι ο τσεβδός, ο ρινόφωνος, διάφοροι χαμάληδες και ακροβάτες.

Κατόπιν έχουμε τύπους από διαφόρους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ως υπήκοοι του σουλτάνου μπορούσαν να κατοικούν ή απλώς να περνούν από το μαχαλά. Αυτοί είναι ο Αρβανίτης, ο Άραβας, ο Αρμένιος, ο Εβραίος και άλλοι. Όλα αυτά τα πρόσωπα είναι λαϊκά. Ο τούρκικος Καραγκιόζης, παρότι αντιπροσωπεύει το λαό και εξεγείρεται εναντίον του κατεστημένου, αποφεύγει να παρουσιάσει άρχοντες και αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάθε εξουσία, θρησκευτική ή στρατιωτική, έχει αποκλειστεί από τον μπερντέ, είτε από φόβο είτε από σεβασμό. Ο μονός που συμβολίζει την κρατική αυθαιρεσία είναι ο Τουτούζ Ντελή Μπεκήρ.

Το πανί έχει ενάμισι μέτρο πλάτος κι ένα ύψος. Αριστερά είναι το σπίτι του Χατζηαβάτη και δεξιά του Καραγκιόζη. Τη δράση των σκιών κατευθύνει ένας καραγκιοζοπαίχτης και ένας τραγουδιστής. Οι φιγούρες είναι φτιαγμένες από καμηλίσιο δέρμα που έχει επεξεργαστεί ώστε να γίνει διαφανές και έχει βαφτεί με διάφορα χρώματα . Η φιγούρα έχει σκαλιστεί ώστε να υπάρχουν διάκενα για τα μάτια και αλλά σημεία του σώματος. Όλη αυτή η αφαίρεση συντελούσε ώστε οι φιγούρες να μη θεωρούνται ότι οι φιγούρες παριστάνουν πραγματικούς ανθρώπους, κάτι που, όπως είπαμε, απαγορεύεται αυστηρά από τη μουσουλμανική παράδοση.

Η υπόθεση των έργων είναι πολύ απλή και καμία φορά λείπει τελείως. Αυτό που συνήθως κυριαρχεί είναι ο κωμικός διάλογος γεμάτος λογοπαίγνια και αισχρολογίες. Πολλά μέρη του διαλόγου γίνονται στη τουρκική καθαρεύουσα, τα Οσμανλίδικα. Κάθε καραγκιοζοπαίχτης έπρεπε να διαθέτει τουλάχιστον 28 έργα για να μπορεί να παίζει από ένα κάθε βράδυ όλο το μηνά ραμαζανιού. Φυσικά έπαιζαν και τις άλλες εποχές του χρόνου.

Το τουρκικό θέατρο σκιών κατατασσόταν στην κατηγορία των ‘’αισχρών’’. Αντί για το μακρύ χέρι ο καραγκιόζης κουνούσε κάτι τεράστιο και ακατονόμαστο. Το κοινό ήταν μόνο άντρες. Παρουσιάζονταν, βεβαία, σε άλλες παραστάσεις τα βάσανα και οι δυσκολίες της ζωής.

Ο Γ. Μαυρομάτης ήταν ο καραγκιοζοπαίχτης που πήγε από την Κινά στην Τουρκία και προσάρμοσε το θέατρο σκιών του στα ήθη και έθιμα των Τούρκων. Βοηθός του ήταν ο Γιάννης Μπράχαλης, ο όποιος μετέφερε τον καραγκιόζη που είχε δει, στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα».(1)

(4)
M


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

«Όπως υπάρχουν παραδόσεις, έτσι υπάρχουν και ερευνητές που με λίγα ή πολλά επιχειρήματα υποστηρίζουν την ελληνική καταγωγή του Θεάτρου Σκιών. Ο κ. Μπίρης σε μια σοβαρή μελέτη του καταλήγει πως «ο λεγόμενος τούρκικος καραγκιόζης κατάγεται από λατρευτικές εκδηλώσεις των Ελευσίνιων και Καβειρίων Μυστηρίων, όπως διαμορφώθηκαν στην Αρχαία Αθήνα».

Και άλλοι όμως λάτρεις του Θεάτρου Σκιών προσπαθούν να αποδείξουν ή εύχονται να αποδειχθεί η ελληνική καταγωγή αυτού του θεάματος. Ο Γιάννης Τσαρούχης γραφεί σε ένα άρθρο του : «δεν ξέρω από πού είχε πάρει το αυτί μου για τα Ελευσίνια Μυστήρια, αληθινοί άνθρωποι, πίσω από φωτισμένες οθόνες, παρίσταναν διάφορες σκηνές. Αυτή η πληροφορία, ίσως ανεξακρίβωτη, ήταν μια καλή συντρόφια για να παρακολουθείς τις παραστάσεις του Καραγκιόζη, που από μονές τους είχαν ένα μυστηριακό χαραχτήρα και που με όλη τους την ιδιομορφία ήταν πολύ συγγενικές με τους πανηγυρικούς σπερνούς».

Επίσης ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος γραφεί σε ένα άρθρο του :«όπως είναι παράλογο να πιστεύουμε πως ένας ζωντανός οργανισμός είναι δυνατό να τρέφεται αποκλειστικά από τις ίδιες του τις σάρκες, το ίδιο ισχύει, ασυζήτητα, και για ένα ζωντανό πολιτισμό. Ο αρχαίος πολιτισμός, όσο και η βυζαντινή του συνέχεια δεν άντλησαν τις ρίζες τους από τις ξένες πήγες; νόμιμα δεν γαλουχήθηκαν με ξένα στοιχειά για να αφομοιώσουν, να τα αξιοποιήσουν και τελικά να δημιουργήσουν τον μοναδικό, τον καταπληκτικό τους πολιτισμό, που θα θαυμάζεται εσαεί για την ανυπέρβλητη του ομορφιά; Γιατί αυτό το αξίωμα να μην είναι δυνατό να βρει την εφαρμογή του προκειμένου για τον νεοελληνικό πολιτισμό και φυσικά τηρουμένων των αναλογιών, για την περίπτωση του Καραγκιόζη» ;

Αρκετοί ειδικοί επισημαίνουν γενικές ομοιότητες , αλλά και κοινά στοιχειά ανάμεσα στις κωμωδίες του Αριστοφάνη και στο Θέατρο Σκιών. Δεν πρόκειται ούτε για τυχαία σύμπτωση, ούτε όμως και για επίδραση. Το πιθανότερο είναι πως και τα δυο αυτά δημιουργήματα παρουσιάζουν ομοιότητες γιατί προέρχονται από την ιδία πηγή, το λαϊκό πνεύμα. Ο Αριστοφάνης είχε αξιοποιήσει γερά τις κωμικές παραδόσεις τις αρχαιότητας.

Πάντως, δεν αποκλείεται να είχαν οι αρχαίοι Έλληνες το Θέατρο Σκιών τους. Και τα θέματά του μπορεί να ήταν σαν τον ποιητικό συσχετισμό που κάνει ο καθηγητής Δ. Κατσικάς μεταξύ του μύθου του σπηλαίου του Πλάτωνα και του Θεάτρου Σκιών :«ο πλατωνικός μύθος του σπηλαίου διηγείται πως σε ένα σπηλαίο, κάτω από τη γη, υπήρχαν αλυσοδέσμιοι άνθρωποι που υποχρεούνταν να κοιτάζουν μόνο τον απέναντι σε αυτούς τοίχο. Όπισθεν αυτών ήταν μια αναμμένη φωτιά. Ευρίσκοντο δηλαδή στη θέση του Θεάτρου Σκιών.  Ο Καραγκιόζης δε δύναται να βλέπει το κερί που είναι πίσω του και κολλά τη σκιά του επάνω στο πανί. Οτιδήποτε υπάρχει πίσω από τη πλάτη του αναπαρίσταται ως σκιά επάνω στο πανί κι έτσι ο θεατής έχει την εντύπωση ότι οι φιγούρες-σκιές επάνω στην οθόνη είναι η ιδία η πραγματικούς. Μέσω του θεάματος του Καραγκιόζη ημπορεί ένας από τους αλυσοδεμένους θεατές του σπηλαίου να κατορθώσει να ξεφύγει και να ανέβει επάνω στη γη και να δει τον ίδιο τον ήλιο, την απόλυτη αλήθεια, το είναι του. Οι άλλοι, οι όποιοι δεν κατάλαβαν το μήνυμα του Καραγκιόζη, θα συνεχίσουν να ζουν στο κόσμο των ψευδαισθήσεων. Ο απελευθερωμένος δεσμώτης είναι ο φιλόσοφος κατά τον Πλάτωνα, ο μονός που δύναται να καταλάβει τι κρύβεται πίσω από τον Καραγκιόζη…» ».(1)


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

«Πρώτη επίσημη καταγραφή έγινε το 1841 στο Ναύπλιο, στην εφημερίδα ‘’ταχύπτερος φήμη’’. Μάλιστα, αναφέρει κάποιο θέατρο με πρωταγωνιστές τον Γκιουζούκ Μεχμέτ και τον Χατζηαβάτ. Εφόσον δεν γινόταν καμία αναφορά σε αυτά τα πρόσωπα σημαίνει ότι ο κόσμος γνώριζε ήδη τον καραγκιόζη. Οι πρώτες παραστάσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις λόγω των βωμολοχιών και των χειρονομιών που υπήρχαν, κυρίως από ανθρώπους των γραμμάτων.

Ύστερα από μερικά χρόνια ο Δημήτρης Σαρδούνης (1865-1912) ανέλαβε το δύσκολο έργο εξελληνισμού του Καραγκιόζη. Μέχρι σήμερα θεωρείται γενάρχης του και δημιουργός της τελειοποιημένης σημερινής του μορφής. Ήταν εξαιρετικά καλλίφωνος και επειδή μιμούταν πολύ καλά του δόθηκε το παρατσούκλι ‘’Μίμαρος’’. Ενώ, ο άνθρωπος που συνέβαλε στο να γίνει το θέατρο σκιών παιδικό θέαμα».(1)(2)(3)

(3)A(3) B
N
(3)


ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ

Q  Καραγκιόζης: Είναι ο ιδανικός τύπος του φτωχού Έλληνα, του τόσο φτωχού που έχει πια απαρνηθεί κάθε ιδιωτική φροντίδα κι έχει εξυψωθεί σε εύθυμη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής. Είναι αγαθός, σκληρός καμιά φορά με αστεία του, αλλά καλόκαρδος στο βάθος. Γεμάτος τεμπελιά και αισιοδοξία, αλλά και γεμάτος διάθεση ανακατεύεται σε όλα. Τον ενδιαφέρει κάθε τι που γίνεται γύρω του, όλους τους πειράζει και τους κοροϊδεύει και προ πάντων τον ίδιο τον εαυτό του. Το χέρι του είναι εξαιρετικά ευκίνητο και υπερβολικά μακρύ, για σκηνικούς λόγους, για να μπορεί να ξύνει την πλάτη του και το κεφάλι του ή για να χειρονομεί. Επίσης έχει συμβολική σημασία γιατί εκπροσωπεί το έξυπνο πνεύμα του. Καρπαζώνει προθυμότατα, δέρνει αλλά και δέρνεται. Είναι ευφυολόγος, ετοιμόλογος και αστείος, ποτέ όμως γελοίος. Δεν είναι ταπεινός, ούτε όταν δέρνεται. Το δέχεται κι αυτό σαν μια κακοτυχία του και σαν συνέπεια της κακοκεφαλιάς του, με την ίδια εύθυμη εγκαρτέρηση και το ίδιο ειρωνικό του κέφι.

XXX  Αγλαΐα : H γυναίκα του Καραγκιόζη. Εκπροσωπεί τον χαρακτήρα της φτωχής Ελληνίδας νοικοκυράς που προσπαθεί να βοηθήσει την οικογένειά της δουλεύοντας σε ευκατάστατες οικογένειες.

CW  Βεζυροπούλα: Είναι η κόρη του Πασά. Καλομαθημένη, και δείχνει να σέβεται τον πατέρα της, ωστόσο, καταφέρνει πάντα να πετυχαίνει  αυτό που επιδιώκει.

E  Χατζηαβάτης: Ο τύπος του ραγιά που ζει ακόμα με την ανάμνηση της τουρκοκρατίας. Παμπόνηρος, ανήσυχος για όλα, αδύνατος, δειλός, κόλακας και γαλίφης, κυρίως απέναντι στους ισχυρούς. Προσποιείται τον μισοκακόμοιρο ενώ ο νους του δουλεύει και ειδικά στις βρωμοδουλειές. Από την άλλη πλευρά, εκπροσωπεί τον τύπο του βιοπαλαιστή αστού. Το επάγγελμά του είναι τελάλης, μεσίτης και ταχυδρόμος που εκτελεί παραγγελίες του μπέη και του πασά. Ωστόσο είναι ευγενικός, αξιοπρεπής και αξιόπιστος. Οικογενειάρχης, αν και δεν παρουσιάζεται αυτό ποτέ στη σκηνή, είναι πιο μορφωμένος κοινωνικά από τον Καραγκιόζη και γνωρίζοντας καλύτερα τον κόσμο προσπαθεί πάντα να διορθώνει τον φίλο του ή να τον δασκαλεύει.

PP  Μπέης: Αντιπροσωπεύει τον εύπορο αστό και γενικά τον άνθρωπο της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Είναι καλός οικογενειάρχης, ηθικός και συνήθως δίνει παραγγελίες στον Χατζηαβάτη για διάφορες υποθέσεις του, χρησιμοποιώντας τον σαν τελάλη ή μεσίτη και ξεκινώντας αυτόν τον τρόπο την πλοκή της υπόθεσης.

MM  Διονύσιος: Σατιρίζει τον τύπο του ξεπεσμένου αριστοκράτη από την Ζάκυνθο ή απλά του φαντασιόπληκτου ζακυνθινού που πιστεύει πως κατάγεται από αρχοντική και πλούσια οικογένεια. Είναι όμως αξιοπρεπής, πολιτισμένος, αγαθός, ομιλητικός και εξαιρετικά γρήγορος στην ομιλία του όπως και οι συντοπίτες του. Είναι καλοντυμένος, φορά ψηλό καπέλο και παρασύρεται εύκολα στις κατεργαριές του φίλου του, Καραγκιόζη.

L  Εβραίος: Το όνομά του είναι Σολομών ή Σολωμός, όπως τον αποκαλεί ο Καραγκιόζης. Είναι χαρακτήρας εμπόρου της πόλης και συγκεκριμένα της Θεσσαλονίκης, αρκετά πλούσιος, πολύ τσιγκούνης, πονηρός και δειλός. Σαν φιγούρα είναι πολύ ευχάριστη γιατί είναι δεμένος σε δυο μεριές και όταν χορεύει κουνιέται η μέση και το κεφάλι του σαν να είναι «ξεβιδωμένος», με αποτέλεσμα να γελάνε οι θεατές.(3)

QQ  Μορφονιός: Ονομάζεται Ζαχαρίας, είναι νάνος με πελώριο κεφάλι και μακριά μύτη γιατί μιλάει και αυτή. Είναι καλοαναθρεμμένος και πολύ λιγόψυχος, έτσι, όταν τον φοβερίζει ο Καραγκιόζης λιποθυμάει.

M  Μπάρμπα-Γιώργος: Εκπροσωπεί τον βουνίσιο έλληνα, τον γνήσιο ρουμελιώτη που ο χαρακτήρας του παρέμεινε αδιάφθορος μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Είναι τύπος αγαθός, ηθικός και δυνατός. Καμαρώνει που είναι θείος του Καραγκιόζη και γιατί του προσφέρει στοργικά την προστασία του.

SASD  Σταύρακας: Ντυμένος κουτσαβάκικα, ο Σταύρακος, έχει θεωρία παλληκαρά αλλά συνέχεια τρώει ξύλο. Είναι ψεύτης, καυχησιάρης και ονομάζεται Σταυρικής Τζίμης από τον Παρέα.

NNNNNΠασάς: Είναι ο εκπρόσωπος της τούρκικης εξουσίας και την επισημότητά του την εκδηλώνει με το σοβαρό, αυστηρό ύφος του και με τον στόμφο της ομιλίας του. Είναι επιβλητικός, με πλούσιο ντύσιμο και δεν τραγουδάει ποτέ όπως τα άλλα πρόσωπα του θιάσου επειδή θεωρείται αξιοσέβαστος.

er  Βεληγκέκας: Αντιπροσωπεύει την εκτελεστική εξουσία της δημόσιας τάξης. Είναι Τουρκαλβανός στην καταγωγή, κουτός, απολίτιστος, λιγόλογος και μιλά άσχημα τα ελληνικά με ανάμικτες αρβανίτικες και τούρκικες εκφράσεις.


 Τα θέματα των έργων του Θεάτρου Σκιών είναι συνήθως σκωπτικά-σατιρικά, για να προκαλέσουν γέλιο στους θεατές, κάποιες όμως φορές αναφέρονται και σε πραγματικά και σύγχρονα ζητήματα.
Το Θέατρο Σκιών πρωτοαντιμετώπισε σοβαρή κρίση περίπου το 1930. Αιτία ήταν ο οξύτατος συναγωνισμός του θεάτρου και του κινηματογράφου, που τότε γεννιέται. Είναι η τέχνη του μέλλοντος με τις απεριόριστες δυνατότητες και είναι φυσικό να έχει την προτίμηση του κοινού. Τα θεατρικά μπουλούκια διατρέχουν την επαρχία θαμπώνοντας το κοινό με πλούσια σκηνικά, φαντασμαγορίες και βεντέτες. Ο Καραγκιόζης φαντάζει πολύ φτωχός και λίγος, οι ιστορίες του ξεπερασμένες, τα μέσα του πρωτόγονα. Ο συναγωνισμός είναι εξοντωτικός και τίθεται θέμα επιβίωσης του. Η επίπονη και επίμονη όμως προσπάθεια του αξιόλογου καλλιτέχνη Ευγένιου Σπαθάρη ξαναζωντάνεψε ευτυχώς τον λαϊκό μας ήρωα.

 Στην εποχή μας η θεατρική αυτή παράδοση συνεχίζεται με ενδιαφέρον από διάφορους παίκτες σε όλη την Ελλάδα και οι θεατές εξακολουθούν να την δέχονται με μεγάλη αγάπη. Το Θέατρο Σκιών αποτελεί μια πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά, που δεν πρέπει να χαθεί, γιατί ο Καραγκιόζης είναι ο καθρέφτης της γνήσιας ελληνικής ψυχής.



Ν. Εγγονόπουλος, Καραγκιόζης. Ένα ελληνικό θέατρο σκιών


Το μικρό δοκίμιο για τον Καραγκιόζη, που ο υπερρεαλιστής ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος έγραψε το 1969, έχει ως θέμα του την καταγωγή και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού θεάτρου σκιών. Στο παρακάτω απόσπασμα ο συγγραφέας εξετάζει κατ' αρχάς τις πιθανές επιδράσεις που δέχτηκε ο Καραγκιόζης από χώρες της Ανατολής, συγκρίνοντας κυρίως το ελληνικό με το τουρκικό θέατρο σκιών. Κατόπιν αναφέρεται στη θεματολογία, τους ήρωες και τον τρόπο της παράστασης του ελληνικού Καραγκιόζη, τον οποίο θεωρεί αντιπροσωπευτικό και γνήσιο εκπρόσωπο της ελληνικής λαϊκής ψυχής.


ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Προέλευση του Καραγκιόζη
Διαφορές του από το τουρκικό θέατρο σκιών
Χαρακτηριστικά της ελληνικότητας του Καραγκιόζη
Αισθητική και κοινωνική λειτουργία του

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Πρωτοδημοσιευμένο στο περιοδικό Λωτός (τχ. 6, 1969), το σύντομο δοκίμιο του σημαντικού υπερρεαλιστή ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου έχει ως θέμα του το ελληνικό θέατρο σκιών, τον Καραγκιόζη, παρουσιάζοντας βασικά στοιχεία για την ξενική προέλευσή του, τις διαφορές του από το τουρκικό θέατρο σκιών, τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του ελληνικού Καραγκιόζη, την αισθητική και κοινωνική λειτουργία του. Το δοκίμιο του Εγγονόπουλου εντάσσεται σε μια εποχή πρόσληψης του Καραγκιόζη, που χαρακτηρίζεται από δύο γνωρίσματα: αφενός ότι ο Καραγκιόζης δεν αντιμετωπίζεται πια με επιφύλαξη ή και υποτίμηση, αφετέρου ότι γνωρίζει τόσο την αποδοχή του ευρύτερου κοινού όσο και το ενδιαφέρον των ειδικών μελετητών. Το δοκίμιο του Εγγονόπουλου δεν είναι βέβαια η μελέτη ενός ειδικού του θεάτρου σκιών, αλλά η εκλαϊκευτική, ωστόσο τεκμηριωμένη και σοβαρή, προσέγγιση ενός ευαίσθητου θεατή και λάτρη του Καραγκιόζη, που βλέπει το ελληνικό θέατρο σκιών με τη διττή ματιά του ζωγράφου και του ποιητή. Από τη διττή αυτή σκοπιά, τον Εγγονόπουλο ενδιαφέρει ιδίως να αναδείξει εκείνα τα στοιχεία που είχαν ως αποτέλεσμα την αφομοίωση του ξένου προτύπου, τον εγκλιματισμό του στο ελληνικό πολιτισμικό περιβάλλον και εντέλει την ανάδειξη του Καραγκιόζη σε ένα γνήσιο και πηγαίο, πολύ αγαπητό προϊόν του νεοελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Ένα καίριο τέτοιο στοιχείο είναι η λειτουργία του Καραγκιόζη ως θεατρικού εκπροσώπου «της λαϊκής ψυχής, των λαϊκών τάσεων και διαθέσεων, των λαϊκών πόθων και επιθυμιών». Από αυτήν τη σκοπιά, το δοκίμιο του Εγγονόπουλου για τον Καραγκιόζη μπορεί να συνδεθεί με άλλα δοκιμιακά κείμενα βασικών ποιητών της γενιάς του 1930, τα οποία ανέδειξαν και επαναξιολόγησαν εκφράσεις του νεοελληνικού λαϊκού πολιτισμού, όπως τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη (Σεφέρης) και το ζωγραφικό έργο του λαϊκού  ζωγράφου Θεόφιλου (Ελύτης).





Το δοκίμιο είναι ένα ιδιότυπο γραμματειακό είδος που βρίσκεται στο μεταίχμιο, στο ενδιάμεσο δηλαδή διάστημα, ανάμεσα στα καθαρώς λογοτεχνικά κείμενα και στις σύντομες μελέτες. Αυτό σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται με τα λογοτεχνικά κείμενα ούτε, βέβαια, και με τις εμπεριστατωμένες μελέτες.

  Πραγματεύεται συνήθως ένα θέμα (π.χ. κοινωνικό, φιλοσοφικό, επιστημονικό κτλ.), που το εξετάζει στις πιο βασικές του πλευρές, χωρίς όμως και να το εξαντλεί, και κατά κανόνα είναι σύντομο στην έκτασή του.  Δηλώνει περισσότερο και εκφράζει την υποκειμενική-προσωπική οπτική του δημιουργού σχετικά με το θέμα που πραγματεύεται

 Η γλώσσα του είναι ακριβής, προσεγμένη με χρήση συχνά λόγιων λέξεων(δοκιμιακή γλώσσα). Το ύφος είναι αυστηρό και σοβαρό και τα εκφραστικά μέσα λιτά.



Καραγκιόζης: Ένα διαχρονικό σύμβολο του  Έλληνα


Από μια σύντομη βιβλιογραφική μελέτη σχετικά με τον Καραγκιόζη, διαπιστώνεται ότι ο Καραγκιόζης συμβολίζει τον διαχρονικό Έλληνα. Σύμφωνα με τον Αντώνη Μόλλα είναι ο τέλειος τύπος του Ρωμιού. Πάντα ξέγνοιαστος και με κέφι, παρατημένος από κάθε φιλοδοξία και προσποίηση.
Είναι ο ιδανικός τύπος του φτωχού Έλληνα, του τόσο φτωχού που έχει απαρνηθεί κάθε ιδιωτική φροντίδα κι έχει εξυψωθεί σε εύθυμη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής. Είναι αγαθός, σκληρός καμιά φορά στα αστεία του, αλλά καλόκαρδος στο βάθος. Γεμάτος αισιοδοξία, αλλά και γεμάτος διάθεση να ανακατεύεται σε όλα. Αποτελεί το πρότυπο του ανήσυχου πνεύματος, που δεν συμβιβάζεται με καμιά εξουσία και με κανέναν κοινωνικό ρόλο.
Ο κακοφτιαγμένος, μυταράς και καμπούρης Καραγκιόζης είναι η προσωποποίηση του ελληνικού λαού. Η ασχήμια του συμβολίζει τα ελαττώματά του, η καμπούρα του τα βάσανά του και η ξυπολυσιά του τη φτώχεια του.
Πανέξυπνος, κωμικός και δραματικός, γνήσιος εκπρόσωπος του αδικημένου και καταπιεσμένου ελληνικού στοιχείου που ενώ ταπεινώνεται, διατηρεί τη δύναμη, τη ζωντάνια, το κουράγιο και προπαντός το κέφι και την αισιοδοξία. Είναι ο Οδυσσέας της Αρχαίας Ελλάδας, που παρόλες τις αντίξοες συνθήκες, στο τέλος επιβιώνει, «βγαίνει στον αφρό» και βροντοφωνεί: «Αβάντι, μαέστρο!».

Γρ. Ξενόπουλος, Κάποια Χριστούγεννα

 Γρ. Ξενόπουλος, Κάποια Χριστούγεννα


Ο συγγραφέας και το έργο του

https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/literature_history/search.html?details=64


 
   
 Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1867 - Αθήνα 1951), πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός, συνέβαλε στην ανανέωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας και του θεάτρου κατά τις αρχές του εικοστού αιώνα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ζάκυνθο (στον τόπο της καταγωγής του) όπου η επτανησιακή παράδοση και παιδεία σφράγισαν αποφασιστικά τη μελλοντική συγγραφική του παραγωγή. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας (στην οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα), ασχολήθηκε όμως αποκλειστικά με τη λογοτεχνία και αναδείχτηκε σε μιαν από τις πιο σημαντικές πνευματικές μορφές στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.
-       Αποκλειστικά πεζογράφος, με πλούσια παραγωγή σε όλα τα είδη του έντεχνου πεζού λόγου (διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, χρονογράφημα), ο Ξενόπουλος δίνει ένα έργο εντυπωσιακό σε ποσότητα, πολλές φορές όμως ποιοτικά άνισο και με πολλές αδύναμες πλευρές. Αφοσιώνεται περισσότερο στο μυθιστόρημα και στο θέατρο και είναι ο πρώτος που γράφει αστικό μυθιστόρημα, καθώς στρέφεται προς το σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και οι ήρωες του είναι εκπρόσωποι του αστικού βίου της Αθήνας και της Ζακύνθου. Παράλληλα θεωρείται ο ανανεωτής του νεοελληνικού θεάτρου, στο οποίο αφιέρωσε το μεγαλύτερο ίσως μέρος της συγγραφικής του δραστηριότητας.



Για τον συγγραφέα και το έργο του επισκεφτείτε τον ιστότοπο:  ουhttps://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/literature_history/search.html?details=64




Μεγάλη υπήρξε η προσφορά του στα παιδιά από τις στήλες του περιοδικού Διάπλασις των παίδων, που το διηύθυνε για πενήντα ολόκληρα χρόνια.




  Τα γνωστότερα έργα του είναι τα εξής : ΠεζογραφήματαΜαργαρίτα Στέφα (1893), νουβέλα - Ο Κόκκινος βράχος, νουβέλα - Τερέζα Βάρμα Δακόστα, ψυχολογικό κοινωνικό ρομάντζο. Έγραψε και διηγήματα {Καμπάνες — Η γάτα τον παπά — Το ζακυνθινό μαντίλι κ.ά.). θεατρικάΤο μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας (1905), το αρτιότερο ίσως έργο του — Στέλλα Βιολάντη, δράμα — Ο πειρασμός, κωμωδία - Το φιόρε του Λεβάντε - Οι φοιτηταί- Ο Ποπολάρος (1933).


Ξενόπουλος, Κάποια Χριστούγεννα


ΘΕΜΑΤΙΚΑ  ΚΕΝΤΡΑ
Θρησκευτική γιορτή
Τοπικά έθιµα και πατροπαράδοτες συνήθειες
Εσωτερική µετανάστευση και συναισθηµατικοί δεσµοί µε την ιδιαίτερη πατρίδα,


Ζάκυνθος
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Από το 1896 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος ανέλαβε το µεγαλύτερο µέρος της έκδοσης του µακροβιότερου και γνωστότερου περιοδικού για παιδιά Η ∆ιάπλασις των παίδωνκατά τη δεύτερη περίοδο κυκλοφορίας του. Από τότε η πενηντάχρονη ενασχόληση του µε το περιοδικό λειτούργησε σε µεγάλο βαθµό ως δηµιουργική πρόκληση για το συγγραφέα, ο οποίος ανανέωσε την ύλη και εµπλούτισε το περιοδικό µε νέες στήλες, µε πιο αντιπροσωπευτική τη µόνιµη στήλη «Αθηναϊκές επιστολές[1]» που έγραφε ο ίδιος µε την υπογραφή «Σας ασπάζοµαι, Φαίδων». Οι επιστολές αυτές αποτελούσαν ένα πρωτότυπο είδος χρονογραφήµατος[2]-σχολίου για παιδιά και νέους, µε προσωπικό ύφος και µε ιδιαίτερα αφηγηµατικά χαρακτηριστικά.
Το επιστολικό ύφος του Ξενόπουλου έχει σε µεγάλο βαθµό λογοτεχνικό χαρακτήρα. Ο επικοινωνιακός του λόγος διακρίνεται για τη γλωσσική απλότητα (αν και χρονολογείται το έτος 1925), τον κουβεντιαστό τόνο, τη συναισθηµατική αµεσότητα, τον αστείο χαρακτήρα.
Το κείμενο παρουσιάζει έντονα λαογραφικά χαρακτηριστικά  και αναφορές σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης (χριστουγεννιάτικα έθιμα), σε συνδυασµό µε τις συνήθειες της παραδοσιακής οικογένειας του περασμένου αιώνα.
Από την άλλη µπορεί να εξεταστεί η συναισθηµατική σχέση που διαµορφώνει κάθε εποχή το άτοµο µε τον τόπο, τους κοινωνικούς θεσµούς, τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του, παράγοντες οι οποίοι δεν είναι στατικοί, εξελίσσονται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και επηρεάζουν σηµαντικά την προσωπικότητα του ατόµου αλλά και την ευρύτερη φυσιογνωµία ενός κοινωνικού συνόλου. Το προηγούμενο το αντιλαμβανόμαστε καλύτερα όταν το συσχετίσουμε με τα φαινόµενα της εσωτερικής µετανάστευσης και του αστικού τρόπου ζωής, τα οποία, αν και την εποχή του Ξενόπουλου είχαν ακόµη µικρές διαστάσεις, συνέβαλαν σηµαντικά στη συνέχεια στην αλλαγή των ηθών, στην εγκατάλειψη της παράδοσης, στη συναισθηµατική αποξένωση και στην κοινωνική αλλοτρίωση των ανθρώπων.
Ζακυνθινή κουλούρα
Ο Ξενόπουλος, συναισθηματικά αποξενωμένος από τον τόπο του (αφού πλέον ζει για πολλά χρόνια μακριά από τη Ζάκυνθο) και τα πατροπαράδοτα έθιμα και κοινωνικά αλλοτριωμένος, (ζει σ΄ ένα μεγάλο αστικό κέντρο, επειδή εκεί βρήκε εργασία) οδηγείται στη ρεαλιστική διαπίστωση ότι κάθε πράμα ταιριάζει στον τόπο του και επομένως, για να προτιμάει κανείς τη ζακυνθινή κουλούρα, πρέπει να 'ναι Ζακυθινός και να μένει στη Ζάκυθο. Συνειδητοποίησε λοιπόν ότι ο ρόλος της νοσταλγίας είναι καθοριστικός για την ωραιοποίηση των καταστάσεων και ότι το συναίσθημα είναι αυτό που μπορεί να οδηγήσει σε υποκειμενικές εξιδανικεύσεις[3]. Και για να ενισχύσει αυτή την άποψη, παραλληλίζει την κουλούρα με το μέλανα ζωμό των Σπαρτιατών επιστρατεύοντας μάλιστα και ένα σχετικό «ιστορικό ανέκδοτο». Το μέλανα ζωμό λοιπόν οι Σπαρτιάτες τον είχαν για το καλύτερο φαγητό του κόσμου. Και αυτό, επειδή απλώς ήταν Σπαρτιάτες, ζούσαν στη Σπάρτη και ήταν συναισθηματικά δεμένοι με τις συνήθειες του τόπου τους» Ο δε μέλανας ζωμός ήταν γι' αυτούς ό,τι και η ζακυνθινή κουλούρα για τους Ζακυνθινούς: η παράδοση τους, η ιστορία τους, η ταυτότητα τους. Και αν ένας Σπαρτιάτης, έχοντας εγκλιματιστεί στον πολιτισμό ενός άλλου τόπου, επέστρεφε στην πατρίδα του ύστερα από πολύχρονη απουσία και ξαναδοκίμαζε μέλανα ζωμό, είναι πιθανό ότι θα εκφραζόταν αρνητικά γι’αυτόν.




[1] Επιστολή (με την καθημερινή σημασία της λέξης: «γράμμα») είναι ένα κείμενο με ιδιωτικό ή προσωπικό χαρακτήρα, που το γράφει κάποιος (ο αποστολέας) και το στέλνει με κάποια ειδική υπηρεσία σε έναν ή σε περισσότερους παραλήπτες, στους οποίους δίνει κάποιες πληροφορίες, οδηγίες, ευχές κτλ. Η επιστολή αποτελείται από κάποια μέρη, που είναι: η ημερομηνία, η προσφώνηση, το κύριο σώμα της και η επιφώνηση μαζί με το όνομα του αποστολέα (τα μέρη αυτά είναι ευδιάκριτα και στην επιστολή του σχολικού βιβλίου).
[2] Το χρονογράφημα είναι ένα είδος του πεζού λόγου που στην Ελλάδα καλλιεργήθηκε κυρίως από τις στήλες του ημερήσιου τύπου. Στα μεταπολεμικά π.χ. χρόνια, οι μεγάλες ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες είχαν καθιερώσει μόνιμες στήλες καθημερινού χρονογραφήματος. Στην εφημερίδα Τα Νέα έγραφε ο Δημήτρης Ψαθάς, στην εφημερίδα Το Βήμα ο Π. Παλαιολόγος και στην εφημερίδα Η Καθημερινή η Ελένη Βλάχου.
Το χρονογράφημα είναι ένα ιδιότυπο (με το δικό του ξεχωριστό τύπο) δημοσιογραφικό κείμενο με δοκιμιακό χαρακτήρα και με λογοτεχνική χροιά, που σχολιάζει επίκαιρα πολιτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά θέματα με ανάλαφρο και εύθυμο τρόπο. Είναι πάντα σύντομο και τα θέματα του τα αντλεί από την τρέχουσα κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα. Ασχολείται, δηλαδή, και σχολιάζει θέματα της άμεσης επικαιρότητας. Αυτός, ακριβώς, ο επικαιρικός χαρακτήρας καθιστά το χρονογράφημα ένα είδος εφήμερης «λογοτεχνικής» γραφής, που δεν έχει διαρκές αναγνωστικό ενδιαφέρον. Πάντως, το χρονογράφημα, δεν παύει να αποτυπώνει έντονα και χαρακτηριστικά το ιδιαίτερο χρώμα της εποχής του.
Το χρονογράφημα δε μπορεί να θεωρηθεί εύκολο είδος λόγου. Προϋποθέτει από το συγγραφέα του το χάρισμα της συντομίας και της περιεκτικότητας και παράλληλα απαιτεί αμεσότητα, ευθυβολία και ποιότητα λόγου η οποία αναλύεται σε άμεση και άνετη ανάγνωση
[Το δοκίμιο είναι ένα ιδιότυπο γραμματειακό είδος, που βρίσκεται ανάμεσα στα καθαρώς λογοτεχνικά κείμενα και στις σύντομες μελέτες. Σ' αυτό ο συγγραφέας πραγματεύεται συνήθως ένα θέμα (κοινωνικό, φιλοσοφικό, επιστημονικό κτλ.), που το εξετάζει στις πιο βασικές του πλευρές, εκφράζοντας τις προσωπικές του θέσεις.].
[3] Δηλαδή η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα και τον τρόπο ζωής του παρελθόντος, βασίζεται σε αναμνήσεις της παιδικής κυρίως ηλικίας, οι οποίες μένουν στη μνήμη με μια τάση ωραιοποίησης της πραγματικότητας και διατηρούν τη συναισθηματική σύνδεση με το συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Πηγή: Στέφανος Μανάτος,Φιλολογικά κατασκευάσματα γυμνασίου.




Θέμα: Θέμα του κειμένου είναι η νοσταλγία του αφηγητή για τη χριστουγεννιάτικη κουλούρα των παιδικών του χρόνων και η αποξένωσή  του αργότερα από το έθιμο αυτό. Το περιεχόμενο του κειμένου είναι λαογραφικό και θεολογικό.
Δομή του κειμένου:
1η ενότητα:  « Ένα καιρό στη ζωή μου….δεν τα βλέπω»: η ζακυνθινή κουλούρα και η σύνδεσή της με τα Χριστούγεννα.
2η ενότητα: «και δεν τα έβλεπα πραγματικώς…κατόπιν εορτής» : Η νοσταλγία του εορταστικού οικογενειακού τραπεζιού και ο εορτασμός των Χριστουγέννων πρωτοχρονιάτικα.
3η ενότητα: « αλλά ήλθαν και Χριστούγεννα… τα Θεοφάνεια» : Η απομάκρυνση από το έθιμο της κουλούρας  λόγω πένθους.
4η ενότητα: « κάποιο χρόνο όμως…και να μένει στη Ζάκυθο» : Η απομυθοποίηση της κουλούρας εξαιτίας της χαλάρωσης των συναισθηματικών δεσμών με το νησί.
5η ενότητα: « έτσι εξήγησα…τα Χριστούγεννα η μητέρα του» : το ζακυθινό έθιμο της κουλούρας σε συσχετισμό με το μέλανα ζωμό των Σπαρτιατών.


Ερμηνευτικές παρατηρήσεις:
1.Δεν μπορούσα να καταλάβω Χριστούγεννα χωρίς την κουλούρα: Δεν μπορούσα να νοιώσω ότι είναι Χριστούγεννα αφού δεν υπήρχε κουλούρα με την οποία είχα συσχετίσει την ατμόσφαιρα αυτής της μεγάλης εορτής.
2. κάθε πράγμα ταιριάζει στον τόπο του: Κάθε πράγμα ταιριάζει να υπάρχει στον τόπο όπου συνήθισαν οι άνθρωποι να το έχουν ή να το χρησιμοποιούν.
3.Η ζακυνθινή κουλούρα και τα Χριστούγεννα:
Ο επιστολογράφος αναφέρει ότι δεν μπορούσε να νοιώσει Χριστούγεννα γιατί η γιορτή αυτή ήταν απόλυτα δεμένη με το έθιμο της κουλούρας και από τη στιγμή κατά την οποία ο Ξενόπουλος ήταν φοιτητής στην Αθήνα ουσιαστικά δεν περνούσε και δεν ένοιωθε τα Χριστούγεννα, όπως συνέβαινε στη Ζάκυνθο.

Στόχος του συγγραφέα:
Στόχος του συγγραφέα επιστολογράφου είναι να δείξει ότι οι άνθρωποι απομακρύνονται από τις παραδόσεις και τις συνήθειες της ιδιαίτερης πατρίδος τους, όταν εγκαθίστανται και μένουν μόνιμα σε άλλο τόπο.


Γλωσσικές παρατηρήσεις:

Το κείμενο χαρακτηρίζεται από τη γλωσσική απλότητα της δημοτικής, τον κουβεντιαστό τόνο (Α΄ της λέω, δεν έχει, θα κόψουμε και κουλούρα…).Υπάρχει συναισθηματική απλότητα καθώς ο συγγραφέας εκφράζεται αυθόρμητα ( τα΄βλεπα με τη φαντασία μου..).

Σχήματα λόγου:
Μεταφορά: το ψωμί είναι σπαρμένο με σταφίδες
Ασύνδετο: άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη…
Πολύστικτο σχήμα αποσιώπησης: απαντούσα, δεν τα βλέπω!...

Ασκήσεις:
1.να σημειώσετε σωστό ή λάθος στις παρακάτω προτάσεις δικαιολογώντας τις απαντήσεις σας με χωρία του κειμένου:
Α. Ο επιστολογράφος έχει ταυτίσει την κουλούρα με την εορτή των Χριστουγέννων.
Β.  Δεν στενοχωριέται που η κουλούρα αργεί να φθάσει στην Αθήνα.
Γ.  Ο επιστολογράφος δεν ξέχασε ποτέ το έθιμο της κουλούρας.

2. Ποιες αξίες θεωρείτε ότι προβάλλονται στο συγκεκριμένο απόσπασμα;
3.Ποιά είναι η αναλογία που αναλύεται στο κείμενο. Να κρίνετε την αξιοπιστία της.

Πηγή: Βασίλειος Μακρυπούλιας, φιλόλογος.