03 Μαρτίου, 2021

Διδώ Σωτηρίου, Όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη

Διδώ Σωτηρίου, Όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη


Ερμηνευτική προσέγγιση    

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα* της Διδώς Σωτηρίου "Ματωμένα χώματα". Κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα είναι ο Μανόλης Αξιώτης, αγρότης από τον Κιρκιντζέ, ο οποίος εκθέτει, με αυτοβιογραφικό λόγο, την οικογενειακή και την προσωπική του ιστορία και, διά μέσου αυτής, καταγράφει την περιπέτεια του μικρασιατικού ελληνισμού. 

  Το απόσπασμα προέρχεται από το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος και αναφέρεται στην πρώτη επίσκεψη του νεαρού αφηγητή στη Σμύρνη το 1910. Πηγαίνοντας στη μεγάλη πολιτεία βρίσκει εργασία, απογαλακτίζεται από την οικογενειακή του εστία και ενηλικιώνεται.

  Αυτό το απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα δε συνδέεται με την περιπέτεια του μικρασιατικού ελληνισμού, που αποτελεί το θεματικό επίκεντρο του γνωστού μυθιστορήματος. Η συγγραφέας τοποθετεί την αυτοβιογραφική αφήγηση του μικρού ήρωά της στα 1910 και συνδέει την εξιστόρησή του με δύο σημαντικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας: την πρώτη επαφή με την πόλη, που εντυπωσιάζει το μικρό χωριατόπουλο, και την απεξάρτησή του από την οικογένεια, η οποία κατά το συνήθη τρόπο της εποχής επιβαλλόταν στα αγόρια των χαμηλών κοινωνικών τάξεων, γύρω στην ηλικία των 12 χρόνων. Η πορεία του αγοριού στην ενηλικίωση περνά μέσα από τη βιοπάλη, έτσι ουσιαστικά στο απόσπασμα παρακολουθούμε την ενηλικίωση του αφηγητή, η οποία συνοδεύεται από υψηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης («Αν είχα μουστάκι θα το 'στριβα, τόσο ένιωθα άντρας»). Κάθε εμπειρία του παιδιού στην πόλη παρουσιάζεται με φανταχτερά χρώματα αλλά και ρεαλισμό, επενδεδυμένη με ευχάριστα, πρωτόγνωρα συναισθήματα. Το εντυπωσιασμένο βλέμμα του παιδιού, μέσα από την έντεχνη, και σε πολλά σημεία αναληθοφανή, παρέμβαση του παντογνώστη αφηγητή, «φωτογραφίζει» την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής. Το παιδί κινείται συνεχώς μέσα στο πλήθος σε διάφορα επίπεδα και χώρους της πόλης, απολαμβάνοντας την ελευθερία και ξοδεύοντας τα πενιχρά λεφτουδάκια του στις μικρές πολυτέλειες που αφθονούν στην πόλη. Καθώς ο ήρωάς μας περιδιαβαίνει με, ασυνήθιστη για ένα χωριατόπουλο, άνεση στα σοκάκια της πόλης, στο μυαλό του κυκλοφορούν ελεύθερα για πρώτη φορά, μακριά από την εξουσία του αυστηρού πατέρα, εικόνες και σκέψεις, μερικές από τις οποίες επηρεάζουν πρόσκαιρα την ψυχική του ευφορία και ξυπνούν μέσα του γλυκόπικρα συναισθήματα.

 * Τα χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος είναι τα εξής: α) ο μύθος είναι εκτεταμένος, πολύπτυχος, πολύπλοκος, β) τα γεγονότα σπάνια παρουσιάζονται με σειρά χρονική συνήθως διαπλέκονται διαφορετικά επίπεδα χρόνου, γ) είναι πολυπρόσωπο και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες διαγράφονται με πληρότητα, δ)  μύθος αναπτύσσεται σε πολλά επίπεδα χώρου.



ΤΟ ΘΕΜΑ: Οι πρώτες εντυπώσεις του Μανόλη από τη Σμύρνη και η αίσθηση ανεξαρτησίας που δοκιμάζει απελευθερωμένος από την εξουσία του πατέρα και ξεκινώντας τη ζωή του εργαζομένου.

ΤΗ ΒΑΣΙΚΗ ΙΔΕΑ: Οι πρωτόγνωρες εμπειρίες και τα συναισθήματα ενός εφήβου που περνά πρόωρα στην ενηλικίωση αρχίζοντας τη βιοπάλη.

ΕΝΟΤΗΤΕΣ:

1η:«Σεπτέμβρης ήταν…οι περαστικοί» Το άγχος της πρώτης εξόδου στη Σμύρνη.

2η: «Μόλις βγήκα στην προκυμαία….να ακούσω την καρδιά της» Ευχάριστες εντυπώσεις από τον περίπατο στην προκυμαία.

3η:  «Οι άνθρωποι στη Σμύρνη…..και συνεχίζω έπειτα το σουλάτσο» Περιήγηση στον Φραγκομαχαλά, προσκύνημα στην Αγία Φωτεινή και βόλτα στην αγορά.

4η: «Τονε βρήκα…..και τα ξαναλέμε για την πλερωμή» Η συμφωνία για εργασία στο μαγαζί του Χατζησταυρή.

5η: «΄Οταν βγήκα έξω…δίχως να τρώω ξύλο» Ευχάριστες εντυπώσεις από  τη ζωή της πόλης και ο ενθουσιασμός της πρώτης βραδιάς

ΑΝΤΙΘΕΤΙΚΟΙ  ΑΞΟΝΕΣ: εξάρτηση – ανεξαρτησία, παιδική ηλικία – ενηλικίωση, πόλη – χωριό.


Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  πρωτοπρόσωπος αφηγητής που συμμετέχει στην ιστορία που αφηγείται ως κεντρικός ήρωας .Βλέπει τα πράγματα από την  εσωτερική οπτική γωνία του. Ο αφηγητής αφηγείται τα γεγονότα,  όταν πλέον είναι ώριμος  (αυτοβιογραφικός  χαρακτήρας).

Ο ΧΡΟΝΟΣ  ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ: Ο αφηγητής αφηγείται γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν (αναδρομική αφήγηση). Τα αφηγείται  με χρονολογική (γραμμική) σειρά και με μικρές αναδρομές στο παρελθόν αλλά και προλήψεις, δηλαδή αναφορές στο μέλλον. Οι αναδρομές στο παρελθόν επεκτείνουν την πλοκή της αφήγησης προς τα πίσω, δίνουν περισσότερες πληροφορίες για τον ήρωα, αποκαλύπτουν τα συναισθήματά του.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ: α) αναδρομική αφήγηση, β)περιγραφή (εικόνες οπτικές, ηχητικές, οσφρητικές, κινητικές), γ) μονόλογοι, δ) σκέψεις του αφηγητή

Η ΓΛΩΣΣΑ: Απλή δημοτική με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιέχει σε μεγάλο βαθμό το γλωσσικό ιδίωμα των Μικρασιατών Ελλήνων και λέξεις ξενικής προέλευσης που αποτυπώνουν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της πόλης. Συγκεκριμένα συναντάμε λέξεις τουρκικές (μαχαλάδες, αραμπάδες, ντάμι, μπόι, σάζι…), ιταλικές (φράγκικος, σουλάτσο, τρούλος. καρότσες…), Γαλλικές (αντρέσσα, γλασσάδες…), αγγλικές (ντρίλινο, τράμια…), σλαβική (πρόγκηξε).

ΦΥΛΕΣ, ΕΘΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ-ΠΟΠΘΠΟΠΙΤΙΣΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

α)Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Λεβαντίνοι (Ευρωπαίοι)

β)Έντονη κοινωνική ζωή

γ)Κοσμοπολίτικος χαρακτήρας

δ)Πολυεθνικό-πολυπολιτισμικό περιβάλλον

ε) Όλοι μιλούν ελληνικά (και οι Τούρκοι, κι οι Λεβαντίνοι, κι οι Εβραίοι και οι Αρμεναίοι), αλλά στον Φραγκομαχαλά τα καταστήματα έχουν ξενικό ονόματα.

ΤΑ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ: Επίθετα,   Παρομοιώσεις, Μεταφορές, Προσωποποιήσεις, Πολυσύνδετα, Ασύνδετα, Αποστροφές («Δάσκαλε δε σ’αποκρίθηκα…», « Είσαι όμορφη, το ξέρεις; Είσαι πολύ όμορφη»)

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ:

φόβος, δειλία (αρχικά): «σκιάχτηκα», «σαν ξεριζωμένο δεντρί», «έριχνα φοβισμένες ματιές»

θαυμασμός, έκπληξη (στη συνέχεια): «δεν ήξερα τι να πρωτοδώ και τι να πρωτοχαρώ; Τη θάλασσα; Τα βαποράκια; (…) Ή όλον εκείνο το χαρωπό, ξέγνοιαστο κόσμο που μπαινόβγαινε με σαματά στις λέσχες και στα καφενεία κι έμοιαζε να ζει πανηγύρι; Κι όχι μια μικρή καθημερινή μέρα δουλειάς!»

αίσθηση ελευθερίας: «δεν είχα να δώσω λόγο σε κανέναν κι ήμουνα για πρώτη φορά αυτεξούσιος, και τότες μ’ έπιασε τρελή χαρά»

χαρά (μετά τη συμφωνία με τον κυρ Μιχαλάκη να δουλέψει): «Όταν βγήκα έξω πετούσα από χαρά (…) Τώρα μπορούσα να χαρώ τη μέρα μου, την πρώτη και μοναδική λεύτερη και ξέγνοιαστη μέρα της ζωής μου»

ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ: Φόβος, δειλία (αρχικά),θαυμασμός, έκπληξη, μαγεία  (πελώριο μάτι και πελώριο αυτί), αισιοδοξία

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ:

Θυμάται:

α)τα μαθήματα του δασκάλου Π. Λαρίου από το βιβλίο «Χρηστοήθεια»,

β) τις ιστορίες του Χρίστου του οργανοπαίκτη για την ομορφιά της Σμύρνης,

γ) την επίσκεψη με τη μάνα του στην εκκλησία, όταν ήταν μικρός και το πελώριο μάτι του Θεού,

δ) τη φτώχεια, τη χαμηλή κοινωνική θέση και τον ξυλοδαρμό από τον πατέρα του («εδώ στη Σμύρνη θα μπορούσα να κάνω όνειρα, δίχως να τρώω ξύλο», «Κυρ δάσκαλε, να με συμπαθάς. Αεροκοπανιτζή δεν τονε θέλω τον υγιό μου. Εμείς είμαστε ρεσπέρηδες(=αγρότες), και χρειαζούμαστε χέρια».


Η  ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Ο Μανόλης περιδιαβαίνοντας τα σοκάκια της Σμύρνης διαπιστώνει πως πρόκειται για πόλη με έντονη κοινωνική ζωή. Του κάνει εντύπωση ο χαρωπός και ξέγνοιαστος κόσμος που μπαινοβγαίνει στις λέσχες και τα καφενεία, τα μεγάλα καταστήματα του Φραγκομαχαλά και  η κοινωνική ζωή στην πόλη τη νύχτα. Όλα αυτά τον θάμπωσαν και τον σαγήνευσαν, τον έκαναν να λατρέψει την πόλη και να μιλά σαν ερωτευμένος.


Η  ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ:

Ο αφηγητής, γιος ενός αγρότη, φεύγει στα 16 του από την οικογενειακή εστία και κατεβαίνει ολομόναχος στη Σμύρνη, για να μπει στη βιοπάλη, στη δούλεψη ενός σταφιδέμπορου. Την πρώτη μέρα απολαμβάνει την ελευθερία του αλλά από την επόμενη κιόλας θα γνωρίσει τις δυσκολίες της βιοπάλης και θα υποχρεωθεί να ενηλικιωθεί απότομα. Η πρώιμη απεξάρτηση των αγοριών από τις οικογένειές τους ήταν συνηθισμένο φαινόμενο για τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις σε εκείνα τα μέρη στις αρχές του 20ου αιώνα.

ΟΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:

α) η αγωγή των παιδιών για την αγροτική τάξη γίνεται με τον ξυλοδαρμό,

β)η εξουσία του πατέρα είναι απόλυτη

γ) η μητέρα είναι πιο τρυφερή και ελαστική αλλά εκδηλώνει τη στοργή της κρυφά από  το αυστηρό βλέμμα του πατέρα,

δ) οι μορφωμένοι θεωρούνται αργόσχολοι και η μόρφωση των παιδιών περιττή.

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ:

α)αφηγητής: νιώθει έκθαμβος, ελεύθερος, ανεξάρτητος,

β) ο πατέρας: αυστηρός, σκληρός, με απόλυτες αντιλήψεις,

γ)η μητέρα: υποταγμένη, στοργική,  δ)ο δάσκαλος: φωτισμένος εκπαιδευτικός, αφοσιωμένος στους μαθητές του,

ε) ο Χρίστος: λαϊκός οργανοπαίκτης που εξάπτει τη φαντασία με τις αφηγήσεις του,

στ) ο Χατζησταυρής: κλασικός αυτοδημιούργητος έμπορος, επιτυχημένος, εργατικός,  αεικίνητος, πονηρός, συνετός.

 

 

   ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ
 
Π1/ Ποιες είναι οι πρώτες εντυπώσεις και τα συναισθήματα του αφηγητή μπροστά στην προκυμαία της Σμύρνης ; 


 2α)/Η συγγραφέας χρησιμοποιεί διάφορους αφηγηματικούς τρόπους, π.χ. περιγραφή, διάλογο κτλ. Να επιλέξετε δύο από αυτούς τους αφηγηματικούς τρόπους και να βρείτε ένα αντίστοιχο χωρίο του κειμένου όπου χρησιμοποιούνται.



  β/ "Στάθηκα άκρη άκρη στο μουράγιο, βόλεψα τα χέρια μου ... «Αχ, πότε θα τηνε γνωρίσουμε τούτη την πολιτεία!»
 Να εντοπίσετε και να καταγράψετε στο παραπάνω απόσπασμα δύο σημεία όπου η γλώσσα χρησιμοποιείται μεταφορικά. Να παρουσιάσετε έπειτα με δικά σας λόγια τα συναισθήματα του αφηγητή που νομίζετε ότι εκφράζονται με αυτόν τον τρόπο σε μια παράγραφο.
 

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ : 

Επιλέξτε ένα από τα δύο θέματα (περίπου 150-180 λέξεις).


1. " Εκεί δά πλάι στον περίβολο της Αγια-Φωτεινής βρήκα και την Ευαγγελική Σχολή. Είχα κάνει όνειρο να μπω εδώ μέσα, κι ο δάσκαλός μου ο Πυθαγόρας Λάριος με σιγοντάριζε.* Μα ο πατέρας μου τόνε πρόγκηξε: «Κυρ δάσκαλε, να με συμπαθάς. Αεροκοπανιτζή* δεν τόνε θέλω τον υγιό μου. Εμείς είμαστε ρεσπέρηδες* και χρειαζούμαστε χέρια" . 
Να σχολιάσετε τις αντιλήψεις για την εκπαίδευση των παιδιών που παρουσιάζονται στο παραπάνω απόσπασμα και να τις συγκρίνετε με όσα ισχύουν σήμερα.

 
2. Φανταστείτε ότι είστε ο Μανόλης και γράφετε ένα γράμμα στο χωριό, στη μητέρα σας, όπου περιγράφετε τις πρώτες σας εντυπώσεις από τη Σμύρνη .