16 Απριλίου, 2020

Γιάννης Μαγκλής, Γιατι;

Εισαγωγικά στοιχεία

  Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί» (1956) και αποτυπώνει χαρακτηριστικά το ανθρωπιστικό πνεύμα της πεζογραφίας του Γ. Μαγκλή.   

Το  θέμα του κειμένου είναι ο παραλογισμός του πολέμου και η αλλοτρίωση που προκαλεί αυτός στον άνθρωπο, καθώς  και η αποκάλυψη ότι στο βάθος της ψυχής ενός σκληρού στρατιώτη,  που τον έμαθαν να σκοτώνει,  βρίσκεται ένας άνθρωπος πονόψυχος και ευαίσθητος.

Ο τίτλος του κειμένου: Ο τίτλος του κειμένου είναι μια μονολεκτική ερώτηση, η οποία αποδίδει πυκνή δραματική ένταση, απορία, παράπονο και διαμαρτυρία. Φωτίζει την έλλειψη αποδεκτών λογικών επιχειρημάτων για την ύπαρξη και τη διαιώνιση του εγκληματικού φαινομένου που ονομάζεται πόλεμος (δεν υπάρχει λογική απάντηση στο «γιατί συμβαίνει;»). Επιπλέον προβάλλει μια έντονη αίσθηση λύπης, οδύνης και συντριβής για τη σπατάλη της ζωής και την ταπείνωση του ανθρώπου στο πλαίσιο του πολέμου. Είναι μια συναισθηματική κραυγή που απευθύνεται στη συνείδηση και την κρίση των ανθρώπων, καλώντας τους να αντιληφθούν το θανατηφόρο παραλογισμό του πολέμου.


Επεξεργασία του κειμένου  


Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στο αφηγηματικό  περιεχόμενο δεν υπάρχουν τοπικοί, χρονικοί ή  ονοματικοί προσδιορισμοί, ώστε να  μπορούμε να εντοπίσουμε το πότε, το πού και ανάμεσα  σε ποιους συμβαίνουν  τα διαδραματιζόμενα. Αυτή είναι προφανώς µία επιλογή του συγγραφέα, ο οποίος επιζητεί να δείξει ότι σε έναν πόλεμο  δε μετράει  ποιος έχει  δίκιο και ποιος  άδικο, αλλά το γεγονός ότι οι εμπόλεμοι  χάνουν την ανθρωπιά τους και γίνονται εναλλάξ αθώα θύματα  και σκληροί θύτες. Οι δύο στρατιώτες του κειμένου μετατρέπονται σε διαχρονικά σύμβολα. Είναι οι στρατιώτες, που σε κάθε γωνιά του πλανήτη πολέμησαν, πολεμούν ή θα πολεμήσουν, χωρίς οι ίδιοι να το έχουν αποφασίσει και να το θέλουν. Είναι οι στρατιώτες που κάποιοι άλλοι, ισχυροί, που κινούν τα νήματα της ιστορίας προς όφελός τους, τους μετατρέπουν σε άβουλες πολεμικές μηχανές, σε μαριονέτες, χωρίς συνείδηση και ανθρωπιά.

Πρόθεση του συγγραφέα είναι να λάβει η ιστορία του καθολικές διαστάσεις και να μην περιοριστεί στην αναμέτρηση μεταξύ συγκεκριμένων εθνών ή μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων. Υπ’ αυτή την έννοια δεν γίνεται αναφορά στα ονόματα των προσώπων, προκειμένου να μην εκληφθούν τα γεγονότα αυτά ως μεμονωμένο περιστατικό που αφορά μόνο τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Σε μια ανάλογη κατάσταση και αντιμέτωποι μ’ ένα παρόμοιο δίλημμα μπορούν να βρεθούν ή έχουν πιθανά ήδη βρεθεί στρατιώτες οποιασδήποτε χώρας έχει γνωρίσει ή θα γνωρίσει τα δεινά του πολέμου. Αντιστοίχως, δεν γίνεται αναφορά στην εθνικότητα των στρατιωτών, ώστε να μην υπονομευτεί η καθολική διάσταση της ιστορίας μέσα από τη συσχέτισή της με την πολεμική αναμέτρηση συγκεκριμένων εθνών. Ο πόλεμος συνιστά μια ακραία πράξη βίας, απολύτως καταδικαστέα, όποια κι αν είναι η εθνικότητα των εμπλεκομένων, η γλώσσα και η θρησκεία τους. Εξάλλου, αυτό είναι και το αντιπολεμικό μήνυμα του συγγραφέα, το οποίο περικλείει μία ηχηρή διαμαρτυρία για τον παραλογισμό του πολέμου και ταυτόχρονα μια έκκληση για παγκόσμια ειρηνική συνύπαρξη των λαών. 



Ποια κοινά γνωρίσματα έχουν οι δύο αντίπαλοι στρατιώτες;

Οι δύο στρατιώτες, αν και ανήκουν σε αντίπαλα στρατόπεδα, βιώνουν με τον ίδιο τρόπο τη φρίκη και τη δυσκολία του πολέμου. Είναι νέοι στην ηλικία, μακριά από τους δικούς τους ανθρώπους, εγκλωβισμένοι σ’ έναν πόλεμο που τους προκαλεί τρόμο και κάθε μέρα που κατορθώνουν να επιβιώσουν ευχαριστούν τον Θεό που τους προφύλαξε. Το γεγονός ότι βρίσκονται στον πόλεμο δεν αποτελεί προσωπική τους επιλογή, αφού κι οι δύο ανυπομονούν να τελειώσει, για να μπορέσουν να γυρίσουν στην οικογένειά τους. Η γριά μητέρα που με πόνο περιμένει την επιστροφή του παιδιού της δίνεται ως κοινό στοιχείο και για τους δύο στρατιώτες, ενώ για τον έναν από αυτούς αφήνεται να εννοηθεί, ως εικασία, πως υπάρχει και μια νεαρή κοπέλα που τον προσμένει.
Με παρόμοιο τρόπο οι δύο στρατιώτες βασανισμένοι από τη ζέστη της ημέρας, αφήνουν τα ντουφέκια τους μόλις ηρεμεί η μάχη και σπεύδουν να βρεθούν στη δροσερή πηγή για να πιούν νερό και να δροσιστούν. Με την ίδια σκέψη κατά νου, να νιώσουν τη δροσιά του νερού της πηγής και να ξεφύγουν -έστω και για λίγο- από το κλίμα του πολέμου, οι δύο νέοι θα κατευθυνθούν «ξέγνοιαστοι» προς το ίδιο μέρος. Η συνάντησή τους, ωστόσο, θα αποβεί μοιραία, καθώς παρά το πλήθος των κοινών τους γνωρισμάτων, οι δύο αυτοί νέοι παραμένουν στρατιώτες δύο αντίπαλων στρατευμάτων. «Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.»
 Αξιοσημείωτο είναι ακόµη ότι ο συγγραφέας βάζει τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια λόγια στους δυο στρατιώτες, θέλοντας να δείξει ότι, παρά τις διαφορές τους, όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινές ανάγκες, συναισθήµατα, αγωνίες και πόνους. Η επαναλαµβανόµενη προσφώνηση «αδερφέ µου», άλλωστε, δίνει το µήνυµα της συναδέλφωσης και της ανθρώπινης αλληλεγγύης.


Περιγράψτε τη μεταβολή της ψυχικής κατάστασης του στρατιώτη από τη στιγμή που πυροβόλησε τον εχθρό ως τη στιγμή που τον είδε νεκρό.

Ο στρατιώτης που πατά τη σκανδάλη, ο ίδιος αυτός νέος που μόλις πριν από λίγες στιγμές ευχαριστούσε το Θεό και αναγνώριζε την ομορφιά της ζωής, οδηγείται σ’ αυτή την πράξη παρακινημένος προφανώς από μια διάθεση αυτοπροστασίας. Δίχως να χάσει χρόνο, δίχως να αναλογιστεί πως ίσως ο νεαρός που βρίσκεται απέναντί του να είναι άοπλος και, άρα, ακίνδυνος, αφήνει τα ένστικτά του να τον οδηγήσουν σε μια άθλια πράξη βίας, όπως αυτές ακριβώς από τις οποίες βιαζόταν να ξεφύγει: «Κάνε με το καλό να τελέψει γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ’ αδέρφια μου.»
Μόλις πυροβολεί τον αντίπαλο στρατιώτη, τον πλησιάζει μ’ έντονη νευρικότητα και τον παρακολουθεί από κοντά καθώς εκείνος σπαρταρά στο έδαφος, θανάσιμα πληγωμένος. Η εικόνα του νέου ανθρώπου που το σώμα του κλονίζεται από τον πόνο και στο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένο ακόμη το ξάφνιασμα από το απροσδόκητο αυτό χτύπημα, δρα καταλυτικά στην ψυχική του κατάσταση. Νιώθει σαν να του σφίγγει ένα σκληρό χέρι την καρδιά κι αισθάνεται πως ένας σιδερένιος κύκλος έχει περαστεί γύρω από το κεφάλι του, σφίγγοντάς το και προκαλώντας του ανυπόφορο πόνο. Αρχίζει να νιώθει σωματικό και ψυχικό πόνο, θυμώνει με τα όσα βλέπει να έχουν συμβεί και άθελά του τρέπεται σε φυγή, μη θέλοντας άλλο να βρίσκεται εκεί.
Ο νεαρός τρέχει για να ξεφύγει από το θέαμα της φριχτής του πράξης, μα σύντομα το σώμα του τον προδίδει, σταματά να τρέχει, αδυνατώντας πια να πάει παραπέρα, και μένει ακίνητος νιώθοντας το κεφάλι του να βουίζει. Κι εντελώς ξαφνικά, όπως προηγουμένως θέλησε να φύγει μακριά από τον στρατιώτη που χτύπησε, αρχίζει να τρέχει προς το μέρος του, με την ελπίδα πως θα τον προλάβει ζωντανό για να του προσφέρει βοήθεια.
Ο νεαρός που για μια και μόνο στιγμή επέτρεψε στον εαυτό του να λειτουργήσει ως στρατιώτης και όχι ως άνθρωπος, μετανιώνει για τη φριχτή του πράξη και ζητάει τώρα από τον Θεό να λυπηθεί τον νέο που τραυμάτισε και να τον κρατήσει στη ζωή. Τρέχει κοντά του, αγκαλιάζει το πληγωμένο του σώμα και τον κρατά σφιχτά, νιώθοντας μέσα του συναισθήματα αγάπης, τρυφεράδας και πόνου για εκείνον, έστω κι αν είναι ο ίδιος που του προκάλεσε αυτό το θανάσιμο τραύμα. Ο νέος που πριν από λίγο ήταν ο μισητός εχθρός, έχει γίνει πλέον ένας αγαπημένος αδερφός.
Ο στρατιώτης μεταφέρει τον τραυματία κοντά στην πηγή, του καθαρίζει το ωραίο, νεανικό πρόσωπο, κι αφού παίρνει το χέρι του στο δικό του, αρχίζει να του ζητά να τον συγχωρέσει. Κλαίει για ό,τι του έκανε και προσπαθεί να εξηγήσει το απάνθρωπο της πράξης του: «Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω».
Ο στρατιώτης που πριν από λίγες στιγμές πυροβολούσε χωρίς δισταγμό τον εχθρό του, δεν υπάρχει πια. Στη θέση του βρίσκεται ένας ψυχικά συντετριμμένος νέος, που αναγνωρίζει στο πρόσωπο του άλλου τον εαυτό του, έναν φοβισμένο νέο που στο σπίτι τον περιμένει η μάνα του, ο πατέρας και τ’ αδέρφια του. 





Ο ένας στρατιώτης σκοτώνει και ο άλλος σκοτώνεται. Ποιος είναι το τραγικό πρόσωπο και γιατί;

Παρά το γεγονός πως ο ένας στρατιώτης χάνει τη ζωή του, τραγικό πρόσωπο της ιστορίας αναδεικνύεται ο θύτης, εφόσον είναι εκείνος που πρέπει τώρα να ζήσει με την επίγνωση του φρικτού του εγκλήματος. Ο στρατιώτης που πεθαίνει παύει ν’ ακούει και να νιώθει· παύει να βασανίζεται από αυτό που του συνέβη, εκείνος, όμως, που επιβιώνει, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τις οδυνηρές του τύψεις που θα τον συνοδεύουν για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο νέος αυτός βιώνει συναισθήματα απόλυτης ψυχικής συντριβής, διότι ο φόνος που διέπραξε δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο κάποιας μάχης, όταν κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης και οι σφαίρες ρίχνονται προς τους απρόσωπους εχθρούς. Το δικό του έγκλημα διαπράχθηκε εις βάρος ενός άοπλου νέου, που έχοντας σηκώσει τα χέρια ψηλά παρακαλούσε για έλεος. Το δικό του έγκλημα διαπράχθηκε εις βάρος ενός νέου που τον κοιτούσε παρακλητικά και φοβισμένα, ζητώντας του να τον λυπηθεί.
Ο στρατιώτης αυτός θα έχει για πάντα στη σκέψη του το φοβισμένο πρόσωπο του άλλου νέου κι ύστερα το τραυματισμένο του σώμα που σπάραζε στο χώμα. Θα θυμάται ξανά και ξανά πως παρασυρμένος από «τα λόγια που τους μάθαιναν» έφτασε στο σημείο να αφαιρέσει τη ζωή ενός νέου συνανθρώπου του, στερώντας του την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγκαλιά της μητέρας του, που θ’ απομείνει πια να τον περιμένει μάταια.  
Στο κείμενο ο πρώτος στρατιώτης φαινομενικά είναι ο θύτης και ο δεύτερος το θύμα. Στην πραγματικότητα όμως και οι δύο είναι τα θύματα του παραλογισμού του πολέμου, με τον πρώτο στρατιώτη να αποδεικνύεται τελικά και το τραγικό πρόσωπο του λογοτεχνικού μύθου. Ο πρώτος  στρατιώτης τη µια στιγμή  προκαλεί τη συμπάθεια  του αναγνώστη, αφού παρουσιάζεται ως θύμα  ενός πολέμου  που τον έχει διαφθείρει ηθικά, τον κρατά μακριά  από αγαπημένα πρόσωπα και δεν τον αφήνει να απολαύσει  «την όμορφη  ζωή του ανθρώπου»,  την άλλη στιγμή όμως,  προκαλεί την απέχθεια του αναγνώστη, αφού γίνεται ο ίδιος σκληρός εκτελεστής ενός συνανθρώπου του. Στη συνέχεια ο εκτελεστής στρατιώτης, ο στρατιώτης-θύτης,  μετατρέπεται  σε τραγικό πρόσωπο, καθώς μετανιώνει φρικτά και συντρίβεται ο ίδιος από τις ενοχές και τις τύψεις  της πράξης του. Η τελευταία εικόνα του στρατιώτη-θύτη να κρατά στην αγκαλιά τουΣυνειδητοποιεί ότι έγινε δολοφόνος, ότι έκανε κάτι, το οποίο είναι ενάντια στα πιστεύω του, μόνο και μόνο, γιατί για μια στιγμή έχασε την ανθρωπιά του και ενήργησε ασυνείδητα/άβουλα, ως πολεμική μηχανή.  και να ζητά συγχώρεση από το στρατιώτη-θύμα  σφραγίζει δραματικά την ιστορία και δίνει σαφέστατο αντιπολεμικό μήνυμα.



Ποιο μήνυμα περνά ο συγγραφέας μέσα από το έργο του;


Στο κείμενο μπορούμε να εντοπίσουμε αρκετά σημεία, μέσα από τα οποία προκύπτει το ανθρωπιστικό και το αντιπολεμικό μήνυμα του συγγραφέα.
Το κείμενο αποτελεί µία ηχηρή διαμαρτυρία του συγγραφέα απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου και, ταυτόχρονα, µία φιλειρηνική έκκληση προς όλους τους λαούς, ανεξάρτητα από εθνικότητα, γλώσσα  και θρησκεία.
   Αξιοσημείωτο είναι ακόμη ότι ο συγγραφέας βάζει τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια λόγια στους δυο στρατιώτες, θέλοντας να δείξει ότι, παρά τις διαφορές τους, όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινές ανάγκες, συναισθήματα, αγωνίες και πόνους. Η επαναλαμβανόμενη  προσφώνηση «αδερφέ µου», άλλωστε, δίνει το μήνυμα της συναδέλφωσης και της ανθρώπινης αλληλεγγύης(ανθρωπιστικό μήνυμα, μήνυμα ειρηνικής συνύπαρξης των λαών).
Το ανθρωπιστικό μήνυμα του κειμένου υπηρετείται συνολικά από την παρουσιαζόμενη ιστορία, καθώς ο συγγραφέας επιτυγχάνει να παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο τις ομοιότητες μεταξύ των δύο νεαρών στρατιωτών, ώστε στο τέλος να δημιουργείται η αίσθηση πως αυτός που σκοτώνεται δεν είναι κάποιος εχθρός, αλλά ένας αδικημένος αδερφός.
Μπορούμε, ωστόσο, να διακρίνουμε εντονότερα το αντιπολεμικό μήνυμα μέσα από τα λόγια και τις πράξεις του στρατιώτη-θύτη απ’ τη στιγμή που επιστρέφει πλάι στον νέο που τραυμάτισε.
«- Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.
         Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.
         Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ’ αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.»
Ο στρατιώτης-θύτης πλησιάζει τον τραυματισμένο και τον αγκαλιάζει με τη φροντίδα και την τρυφερότητα που θα αγκάλιαζε όχι έναν εχθρό, αλλά έναν δικό του αγαπημένο άνθρωπο. Οι τύψεις που αισθάνεται κι η ένταση της μετάνοιας που νιώθει αλλάζουν άρδην την ψυχολογική του κατάσταση και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει εκείνον που λίγο πριν πυροβόλησε, δίχως να διστάσει.
«Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του ‘βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του ‘σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που ‘χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομά του. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.»
Οι ύστατες φροντίδες που προσφέρει ο στρατιώτης-θύτης στον θανάσιμα τραυματισμένο νέο, είναι γεμάτες έγνοια και αγάπη, κι είναι ανάλογες μ’ αυτές που θα προσέφερε όχι σ’ έναν εχθρό, αλλά στον ίδιο του τον αδερφό. Ως αδερφό του, άλλωστε, τον προσφωνεί αμέσως μετά, και του ζητά να τον συγχωρέσει για το αδιανόητο έγκλημά του.
«Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το ‘θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ’ ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.»


Τα τελευταία αυτά λόγια που ολοκληρώνουν το διήγημα αποτελούν μια συγκλονιστική υπόμνηση της βασικότερης ανθρωπιστικής αλήθειας, πως όλοι οι άνθρωποι είναι επί της ουσίας αδέρφια μεταξύ τους. Καμία εθνολογική διαφορά δεν μπορεί να άρει τη βαθιά σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων, αφού όλοι, όποιοι κι αν είναι, όπου κι αν βρίσκονται, έχουν μια μητέρα που τους νοιάζεται και τους προσμένει με την ίδια αγάπη, σ’ όποια γλώσσα κι αν αυτή εκφράζεται, σ’ όποιο τόπο κι αν ακούγεται.

 - Σε ποιο λογοτεχνικό(κειμενικό) είδος ανήκει το κείμενο; Εντοπίστε τα στοιχεία του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους στο κείμενο. 
 Το κείμενο αυτό του Μαγκλή είναι ένα διήγημα. Διήγημα ονομάζεται το εζό λογοτεχνικό έργο με μικρή έκταση, σε σχέση με το μυθιστόρημα και ολοκληρωμένη αυτοτελή υπόθεση, η οποία είναι φανταστική-πλαστή ή εμπνευσμένη από την πραγματικότητα. Η υπόθεση κινείται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, στρέφεται γύρω από ένα γεγονός, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένα κεντρικό πρόσωπο, ο ήρωας. Ενδέχεται όμως να συνυπάρχουν δευτερεύοντα γεγονότα ή πρόσωπα. Η πλοκή του είναι γοργή και σύντομη. Η γλώσσα του κειμένου είναι απλή και κατανοητή.



   Προτάσεις  δημιουργικής γραφής: 

 1) Υποθέστε ότι είσαστε ο πρώτος στρατιώτης και γράφετε ένα γράμμα στη μητέρα σας κατά την ανάπαυλα της μάχης. Τι θα της γράφατε; 

 2) Υποθέστε ότι είστε ο πρώτος στρατιώτης-θύτης. Καταγράψτε στο ημερολόγιό σας το τραγικό συμβάν με το δεύτερο στρατιώτη.

3) Υποθέστε ότι είσαστε κρυμμένοι και παρακολουθείτε τη σκηνή με τον τραυματισμό του δεύτερου στρατιώτη. Αφηγηθείτε την, εστιάζοντας στην περιγραφή του θανάσιμου τραυματισμού του.

 4) Πώς σχολιάζετε τον τίτλο "Γιατί;" του κειμένου; Εντοπίστε και καταγράψτε χωρία του κειμένου, που επιβεβαιώνουν την άποψή σας.