Πηγή έμπνευσης του σονέτου* αυτού του Μαβίλη είναι η ελληνική αρχαιότητα και συγκεκριμένα ένα περιστατικό, σύμφωνα με το οποίο η Ροδίτισσα αρχόντισσα Καλλιπάτειρα, κόρη του δοξασμένου ολυμπιονίκη Διαγόρα και συγγενής άλλων πέντε ολυμπιονικών παρακολούθησε στο στάδιο της Ολυμπίας τους Ολυμπιακούς Αγώνες, κατά παράβαση του νόμου, που απαγόρευε αυστηρά την παρουσία γυναικών στον αθλητικό χώρο.Η ποινή ήταν η θανατική καταδίκη.
Οι αυστηροί κριτές(Ελλανοδίκες) βλέπουμε στο ποίημα με κόπο να συγκρατούν την οργή αλλά και το θαυμασμό τους ταυτόχρονα για την περήφανη και θαρραλέα Καλλιπάτειρα. Θέλουν να είναι αυστηροί μαζί της, συμπεριφέρονται όμως με το σεβασμό που ταιριάζει στην ευγενική καταγωγή της («Αρχόντισσα»),αλλά και στην ένδοξη γενιά της(συγγενής πολλών ολυμπιονικών).
Ο αφηγηματικός τρόπος που κυριαρχεί στο ποίημα είναι ο δραματοποιημένος διάλογος(άμεσος διάλογος) ανάμεσα στην ηρωίδα και τους Ελλανοδίκες. Ο διάλογος χαρίζει αμεσότητα, παραστατικότητα στο κείμενο, ενώ συμβάλλει και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων.
Οι Ελλανοδίκες εκπλήσσονται με την παρουσία μιας γυναίκας στο κοινό των Ολυμπιακών Αγώνων και εξοργίζονται. Ταυτόχρονα όμως, η προσφώνησή τους προς την Καλλιπάτειρα "Αρχόντισσα" αποκαλύπτει το σεβασμό που τρέφουν στο πρόσωπό της.
Το πρόσωπο που μιλά αλλάζει στη μέση του 3ου στίχου και, από τους Ελλανοδίκες, περνάμε στη θαρραλέα απάντηση της Καλλιπάτειρας.
Ύφος-γραμματειακό είδος -γλώσσα
Το ποίημα ακολουθεί το κίνημα του παρνασσισμού με ιδιαίτερη φροντίδα για την τελειότητα της μορφής.Το ύφος είναι υψηλό,σοβαρό, υμνητικό, πυκνό και ζωηρό. Το θέμα είναι εμπνευσμένο από την αρχαιότητα).
Γραμματειακό είδος: Είναι ένα σονέτο, με τα χαρακτηριστικά του είδους: Αποτελείται από τέσσερις στροφές, από τις οποίες οι δύο πρώτες είναι τετράστιχες, ενώ οι υπόλοιπες τρίστιχες. Υπάρχει ακριβολογία και μορφική τελειότητα.
Ο Μαβίλης δεν χρησιμοποιεί κανένα απολύτως συναίσθημα. Αντλεί το θέμα του ποιήματος από την αρχαιότητα και, γι' αυτό και κυριαρχούν κινητικές και οπτικές εικόνες. Εν τέλει, η χρήση πολλών επιθέτων χαρίζει στο ποίημα λυρικότητα, η οποία του προσδίδει αυστηρή δομή.
Η γλώσσα του ποιήματος είναι πλούσια και εκφραστική δημοτική με αρκετούς τύπους του επτανησιακού ιδιώματος (εδώθε, αγρίλι, θαμαστά, μάλαμα).
Γραμματειακό είδος: Είναι ένα σονέτο, με τα χαρακτηριστικά του είδους: Αποτελείται από τέσσερις στροφές, από τις οποίες οι δύο πρώτες είναι τετράστιχες, ενώ οι υπόλοιπες τρίστιχες. Υπάρχει ακριβολογία και μορφική τελειότητα.
Η γλώσσα του ποιήματος είναι πλούσια και εκφραστική δημοτική με αρκετούς τύπους του επτανησιακού ιδιώματος (εδώθε, αγρίλι, θαμαστά, μάλαμα).
Μέτρο: ιαμβικός ενδεκασύλλαβος στίχος
Εκφραστικά μέσα: εικόνες π.χ. στ. 7-8, μεταφορές π.χ. στ. 14, παρηχήσεις του ρ, του λ και του ν. Αρκετά είναι και τα εκφραστικά μέσα όπως μεταφορές (ύμνος χρυσός), ασύνδετο σχήμα (-Έχω έν’ ανίψι, τον Ευκλέα, τρί’ αδέρφια, γιο πατέρα ολυμπιονίκες), υπερβολές (με μάλαμα γραμμένο το δοξάζει).
Οι εικόνες στο ποίημα είναι λιγοστές (2 η , 4η στροφή), όπως ταιριάζει σε ένα ποίημα ιδεών και στοχασμού. Παρατηρείται, ακόμη, το φαινόμενο του διασκελισμού: το νόημα ενός στίχου ολοκληρώνεται στον παρακάτω (2-3, 6-7).
Οι εικόνες στο ποίημα είναι λιγοστές (2 η , 4η στροφή), όπως ταιριάζει σε ένα ποίημα ιδεών και στοχασμού. Παρατηρείται, ακόμη, το φαινόμενο του διασκελισμού: το νόημα ενός στίχου ολοκληρώνεται στον παρακάτω (2-3, 6-7).
Η προσωπικότητα της ηρωίδας(χαρακτηρισμός)
Δυναμική, θαρραλέα, καθώς τολμά να έρθει σε αντιπαράθεση με καθιερωμένες συνήθειες του καιρού της. Γεμάτη αυτοπεποίθηση, σοβαρή, αξιοπρεπής,πειστική, με λόγο γεμάτο επιχειρήματα, υπερήφανη για την ένδοξη γενιά της.
-Λόγοι για τους οποίους η Καλλιπάτειρα θέλει να παρακολουθήσει τους Αγώνες(επιχειρήματα)
Στην ερώτηση των Ελλανοδικών τι γυρεύει στο στάδιο, η Καλλιπάτειρα με θάρρος, ευγένεια και υπερηφάνεια, υπενθυμίζει και απαριθμεί τα μέλη της ένδοξης γενιάς της, που δοξάστηκαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η απαρίθμηση αρχίζει σιγά και αναλυτικά, ξεκινώντας από το μακρινότερο συγγενή της( «έχω έν΄ανίψι τον Ευκλέα») και καταλήγοντας στο γιο και στον πατέρα της. Η τελευταία λέξη της, «Ολυμπιονίκες», υπενθυμίζει στους Ελλανοδίκες την τιμημένη γενιά της.
Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στον ποιητή μέσα από τα λόγια της να προβάλει τα ευγενικά ιδεώδη, που υπηρετούσε η τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, όπως ήταν π. χ. η ευγενής άμιλλα και η υστεροφημία.
Στη συνέχεια η Καλλιπάτειρα υποβάλλει με σεμνότητα και αξιοπρέπεια το αίτημά της( «να με αφήσετε πρέπει…»), να της επιτρέψουν δηλαδή οι Ελλανοδίκες να παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες, να κάνουν με άλλα λόγια μια εξαίρεση στον απαράβατο κανόνα.
Ξεκινά να μιλά χαμηλόφωνα και παρακλητικά, σταδιακά όμως, όταν
εξηγεί τις αιτίες, ο λόγος της κλιμακώνεται και ο τόνος της φωνής της
αποκτά δυναμισμό και νεύρο. Αυτό γίνεται για τους εξής λόγους: α/
Θέλει να καμαρώσει τους συγγενείς της μέσα στο στίβο, πανηγυρίζοντας
μαζί τους τις νίκες τους. Το επιχείρημα είναι αδιαμφισβήτητο, γιατί βάσει
των αρχείων των αγώνων που έχουν συσταθεί από ιστορικές πηγές, η
Καλλιπάτειρα ήταν κόρη του δοξασμένου πολλές φορές ολυμπιονίκη
Διαγόρα και αδελφή τριών ολυμπιονικών. Στη συγκεκριμένη Ολυμπιάδα
είχε συνοδέψει το γιο της, θέλοντας να τον δει να νικά. β/ Επιθυμεί να
δει τις «θαυμαστές αντρίκιες ψυχές» να παλεύουν και να αγωνίζονται για την υπέρτατη δόξα και τιμή, τον κότινο, το στεφάνι δηλαδή της νίκης από αγριελιά.

Τα επιχειρήματα της Καλλιπάτειρας διακρίνονται στη β΄στροφή και είναι τα εξής:
1.Ο θαυμασμός και η τιμή που οφείλουν να δείξουν οι Ελλανοδίκες προς την ένδοξη γενιά της.
2. Η υπενθύμιση των ολυμπιακών ιδεωδών, μιας και η ίδια θέλει να καμαρώσει «τις αντρίκιες ψυχές», οι οποίες μέσω της ευγενούς άμιλλας αγωνίζονται για τη δόξα και την τιμή.
3. Τέλος τονίζει και υπενθυμίζει την ιδιαιτερότητά της ( «με τις άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια») και τονίζει το δικαίωμά της να εξαιρεθεί από το νόμο. Όταν μια γυναίκα είναι τόσο ξεχωριστά λαμπρή και τιμημένη, ώστε τη δόξα της να διαλαλεί ο ύμνος του Πινδάρου χαρίζοντάς της την αθανασία, μέσω της τέχνης του, μια τέτοια γυναίκα έχει δικαίωμα να της γίνει κάποια παραχώρηση ως ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης.
Οι ελλανοδίκες τίμησαν την Καλλιπάτειρα, εξαιρώντας την από το νόμο που απαγόρευε στις γυναίκες να παρακολουθήσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην αρχαία Ελλάδα, επειδή ήταν η μητέρα, η κόρη, η αδερφή και η θεία έξι ολυμπιονικών. Το περιστατικό καταγράφηκε την αρχαία εποχή στα σχόλια για τον 7ο Ολυμπιόνικο του Πινδάρου, ενώ στη νεότερη απασχόλησε το Μαβίλη, ο οποίος στα 1899 έγραψε το ομώνυμο σονέτο.
Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως το σονέτο του Μαβίλη αυτό λειτουργεί ως έμμεσος ύμνος στη φήμη και στο κύρος των Ολυμπιακών Αγώνων, στην αδέσμευτη θέληση του ανθρώπου, αλλά και στην ιερότητα και στη δύναμη της ποίησης, που δοξάζει τους εκλεκτούς, σύμφωνα με τις επινίκιες ωδές του Πίνδαρου.
Το ιδανικό των Ολυμπιακών Αγώνων και το ιδανικό της ποιητικής τέχνης: Η γενιά της Καλλιπάτειρας τιμούσε με σπουδαίο τρόπο τους νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων. Ένα από τα πιο συνηθισμένα έπαθλα που τους δινόταν ήταν στεφάνια αγριελιάς, οι κότινοι ή μάλλινες ταινίες που έδεναν στο μέτωπο. Ακόμη, οι αθλητές προβάλλονταν ως ιστορικά πρόσωπα, απεικονίζονταν στους δημόσιους χώρους και τους υμνούσαν μεγάλοι ποιητές, όπως ο Σιμωνίδης, ο Βακχυλίδης και ο σπουδαίος Πίνδαρος. Κέρδιζαν με αυτόν τον τρόπο την υστεροφημία. Εντυπωσιακή ήταν η είσοδός τους στην πατρίδα, καθώς στην αρχαία Αθήνα γκρέμιζαν τμήμα των τειχών, για να περάσουν οι ολυμπιονίκες, ενώ γινόταν εορταστικό δείπνο προς τιμήν τους.
Ακόμη, οι Ολυμπιονίκες στην αρχαία Σπάρτη είχαν την τιμή να μάχονται δίπλα στο βασιλιά, καθώς και να λατρεύονται σαν ήρωες μετά το θάνατό τους. Τέλος, η πιο σημαντική τιμή τους ήταν η τοποθέτηση του αγάλματός τους στην ιερή Άλτη και ο επινί κιος ύμνος. Τους επινίκιους ύμνους του Πινδάρου έχει στο νου του ο Μαβίλης, όταν γράφει το σονέτο αυτό, εμπνευσμένο από το ιστορικό αυτό γεγονός της αρχαιότητας. Η Καλλιπάτειρα έτσι, μέσω της ποιητικής γραφής του Μαβίλη, κερδίζει, όπως και στην αρχαιότητα μέσω των ύμνων του Πινδάρου, την αθανασία.
Στο μεγαλύτερο μέρος του σονέτου, που έχει μορφή διαλόγου, ο ποιητής εκθέτει τα επιχειρήματα, με τα οποία η Καλλιπάτειρα προσπαθεί να πείσει τους Ελλανοδίκες να της επιτρέψουν να παρακολουθήσει τους αγώνες. Το σονέτο λειτουργεί, έτσι ως έμμεσος ύμνος στη φήμη και το κύρος των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και στη μεγάλη δύναμη της ποίησης, που εξασφαλίζει την υστεροφημία στους ανώτερους και με ευγενική θέληση ανθρώπους, σύμφωνα με τις επινίκιες ωδές του Πινδάρου.
Στα θριαμβευτικά λόγια της Καλλιπάτειρας εκφράζεται ο ιδανισμός της τέχνης, δηλαδή η πίστη ότι η τέχνη είναι ένα υψηλό ιδανικό, στο οποίο ο καλλιτέχνης πρέπει να αφοσιώνεται ολόψυχα.
Βασικές ιδέες του ποιήματος
Λίγο πριν τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες (1896), ο Μαβίλης εμπνέεται από ένα περιστατικό των αρχαίων που αποδεικνύει την ανώτερη αξία των Ολυμπιακών η οποία δίνει άφθαρτη τιμή στον ολυμπιονίκη και την οικογένειά του. Η αξία αυτή αποδεικνύεται από τη λαχτάρα της Καλλιπάτειρας να βρεθεί ανάμεσα στο κοινό αλλά και της εξαίρεσης που απαιτεί και της γίνεται, εξαιτίας των αθλητικών επιτευγμάτων της οικογένειας της.
Ιδανικά αρχαίων αγώνων: ανιδιοτέλεια (: οι αθλητές αγωνίζονταν για ένα στεφάνι και για την υστεροφημία), ισόρροπη ανάπτυξη σώματος και πνεύματος. Αντίθετα, σήμερα, παρατηρούμε πτώση του πνεύματος του ολυμπισμού.
Σημασία της Τέχνης: έχει την ικανότητα να χαρίζει την αθανασία.
Κοινωνική θέση γυναίκας: υποβιβασμένη στην αρχαιότητα αφού δεν της επιτρεπόταν καν να παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς. Αντίθετα, σήμερα, έχει το δικαίωμα όχι απλώς να δει αλλά και να συμμετάσχει στους αγώνες.
Αρκετά είναι και τα εκφραστικά μέσα όπως μεταφορές (ύμνος χρυσός), ασύνδετο σχήμα (-Έχω έν’ ανίψι, τον Ευκλέα, τρί’ αδέρφια, γιο πατέρα ολυμπιο νίκες), υπερβολές (με μάλαμα γραμμένο το δοξάζει).
Οι εικόνες στο ποίημα είναι λιγοστές (2 η , 4η στροφή), όπως ταιριάζει σε ένα ποίημα ιδεών και στοχασμού. Παρατηρείται, ακόμη, το φαινόμενο του διασκελισμού: το νόημα ενός στίχου ολοκληρώνεται στον παρακάτω (2-3, 6-7).
Ενδεικτικές δραστηριότητες:
1) Να εντοπίσετε το θέμα του ποιήματος.
2) Αφού εντοπίσετε τις δύο ενότητες του ποιήματος, να δώσετε έναν πλαγιότιτλο για κάθε ενότητα:
3) Σε ποιο χώρο εκτυλίσσεται ο διάλογος και ποια πρόσωπα διαλέγονται;
4) Από ποιο περιστατικό των αρχαίων ολυμπιακών αγώνων αφορμάται ο ποιητής για να γράψει το συγκεκριμένο ποίημα;
5) Πώς αποκαλούν την Καλλιπάτειρα οι ελλανοδίκες και ποια τα αισθήματά τους για την παρουσία της στο χώρο;
6) Ποια επιχειρήματα χρησιμοποιεί η Καλλιπάτειρα για να δικαιολογήσει στους Ελλανοδίκες την είσοδό της στο χώρο των αγώνων;
7) Πώς θα χαρακτηρίζατε την Καλλιπάτειρα από την ενέργεια που έκανε και τον τρόπο που τη δικαιολογεί;
8) Ποια ιδανικά των ολυμπιακών αγώνων προβάλλονται στο ποίημα; Πιστεύετε ότι και σήμερα κυριαρχούν αυτά τα ιδανικά;
9) Ποιος ο ρόλος της τέχνης στην προβολή των ολυμπιακών ιδεωδών;
*************
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην αρχαία Ελλάδα
Οι Ολυμπιακοί αγώνες , ήταν αθλητικοί αγώνες μεταξύ αγωνιζόμενων από τις ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας, και ήταν οι σημαντικότεροι από τους πανελλήνιους αγώνες της αρχαίας Ελλάδας. Οι άλλοι ήταν τα Πύθια, Νέμεα, και Ίσθμια. Διεξάγονταν στην αρχαία Ολυμπία κάθε τέσσερα έτη από το 776 π.Χ., και διοργανωνόταν έως το 393 μ.Χ. όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Θεοδόσιος τους κατάργησε οριστικά. Κατά τον 19ο αιώνα πραγματοποιήθηκαν 4 διοργανώσεις των Ολύμπιων στην Αθήνα, ως αναβίωση των αρχαίων ολυμπιακών αγώνων. Από το 1896, οι σύγχρονοι αγώνες έγιναν διεθνείς και αναβίωσαν με την ονομασία Ολυμπιακοί Αγώνες, γνωστοί και ως θερινοί Ολυμπιακοί, ενώ διεξάγονται και χειμερινοί ολυμπιακοί αγώνες από το 1924.
Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, ώσπου ο Κλύμενος, απόγονος τους Ιδαίου Ηρακλή, πενήντα χρόνια μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα εγκαταστάθηκε στην Ολυμπία. Ο Κλύμενος έγινε βασιλιάς και επανίδρυσε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Νικήθηκε όμως από τον Ενδυμίωνα γιο του Αέθλιου, ο οποίος με την σειρά του ανέβηκε στον θρόνο. Ο γιος του Ενδυμίωνα έκανε με την Σελήνη πενήντα κόρες, οι οποίες από τότε αντιπροσωπεύουν τους πενήντα μήνες (πενήντα σελήνες, ή φεγγάρια) που σχηματίζουν την εορταστική πενθετηρίδα, και γι' αυτό οι Ολυμπιακοί αγώνες διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια. Ο Ενδυμίων όρισε έναν αγώνα δρόμου με βραβείο τον θρόνο. Στον αγώνα αυτό πήραν μέρος οι τρεις γιοί του, ο Παίων, ο Επειός και ο Αιτωλός. Νίκησε ο Επειός, ο οποίος παραχώρησε το βραβείο στον γιο του και ονοματοδότη της περιοχής της Ήλιδας, τον Ηλείο. Την ίδια εποχή, στην κοντινή Πίσα κυβερνούσε ο αιτωλικής καταγωγής βασιλιάς Οινόμαος. Πιθανώς οι Ολυμπιακοί αγώνες της εποχής αυτής να διοργανώνονταν βάσει της ολυμπιακής εκεχειρίας, μιας συμφωνίας ειρήνης που είχαν κλείσει ο Ίφιτος από την Ήλιδα, ο Λυκούργος από την Σπάρτη και ο Κλεισθένης από την Πίσα, αφού σύμφωνα με τον Παυσανία, η συμφωνία αυτή φυλασσόταν στον ναό της Ήρας στην Ολυμπία. Η ιερή εκεχειρία όριζε σε όλες τις ελληνικές πολιτείες τη μη κατάκτηση της Ολυμπίας αλλά και τη διακοπή κάθε πολεμικής εχθροπραξίας όταν άρχιζε η περίοδος των αγώνων. Μόλις έμπαινε ο μήνας των αγώνων, την εκεχειρία αυτή τη διαλαλούσαν σε όλους τους ελληνικούς δήμους ειδικοί κήρυκες που τους όριζαν οι επιμελητές του ιερού της Ηλείας.
Η θέσπιση των Αγώνων
Με την πάροδο του χρόνου, ο θεσμός της Ολυμπιακής εκεχειρίας και των Ολυμπιακών αγώνων έγιναν όλο και πιο δημοφιλείς σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Ενώ αρχικά στους αγώνες έπαιρναν μέρος μόνο κάτοικοι της Ήλιδας, σταδιακά διευρύνθηκε ο κανονισμός, ώστε να επιτρέπονται αθλητές από την Αρκαδία, την Λακεδαίμονα και την Μεσσηνία, ακόμα και από όλη την Πελοπόννησο και τα Μέγαρα. Ακολούθησαν οι εκτός Πελοποννήσου πόλεις των Αθηνών και της Ιωνίας. Μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ. όπου και σημειώνεται το τέλος των Ολυμπιακών αγώνων, η συρροή των αθλητών από όλα τα μέρη ήταν μεγάλη. Από τις Αποικίες στην Σικελία και την Μικρά Ασία, την Ρόδο, από την Αίγυπτο (ιδίως την Αλεξάνδρεια), την Κυρήνη και την Φοινίκη, αλλά και από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έρχονταν αθλητές για να αγωνιστούν στην Ολυμπία.
Από την 37η Ολυμπιάδα (632 π.Χ.) αρχίζουν να παίρνουν μέρος έφηβοι. Ο Δαμίσκος από την Μεσσηνία κερδίζει στην 103η διοργάνωση (368 π.Χ.) τον αγώνα δρόμου σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών.
Η παρακολούθηση των αγώνων επιτρεπόταν σε όλους, ελεύθερους και δούλους, ακόμα και βαρβάρους. Μονάχα απαγορευόταν αυστηρά στις γυναίκες. Για όποια μάλιστα τολμούσε να παραβεί τη διαταγή αυτή, υπήρχε η ποινή του θανάτου. Ωστόσο, μία γυναίκα που ανήκε σε σπουδαία αθλητική οικογένεια και λαχταρούσε να καμαρώσει νικητή μέσα στο στάδιο το γιο της, δε δίστασε να ντυθεί άντρας και να περάσει μέσα στους θεατές των αγώνων. Ήταν η Καλλιπάτειρα, κόρη του περίφημου Ρόδιου Ολυμπιονίκη Διαγόρα, αδελφή και μητέρα επίσης νικητών στις Ολυμπιάδες. Αυτή ακριβώς η συγγένειά της με ξεχωριστούς αθλητές έκανε τους Ελλανοδίκες να της συγχωρήσουν την παράβαση και να της επιτρέψουν τιμητικά να παρακολουθήσει τους αγώνες.
Επίσης σημειώνεται μεμονωμένα και απόδοση τιμών σε γυναίκες, πράγμα που δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο, αφού η συμμετοχή ήταν καθαρά ανδρικό προνόμιο. Στα ιππικά αθλήματα της αρματοδρομίας και της ιππασίας όμως το βραβείο πήγαινε στον ιδιοκτήτη του αλόγου, που δεν ήταν αναγκαστικά ο ίδιος ο ιππέας που έπαιρνε μέρος. Έτσι έχουμε την Σπαρτιάτιδα Κυνίσκα, θυγατέρα του Αρχίδαμου και αδερφή του Αγησίλαου, που τιμήθηκε με το κλαδί ελιάς και στην οποία έκτισαν ηρώο και αφιέρωσαν αγάλματα.
Συχνά μπορούσε κάποιος ν' ανακηρυχθεί ολυμπιονίκης χωρίς να αγωνιστεί έγκαιρα στο στάδιο ή δίσταζε να λάβει μέρος από φόβο μη νικηθεί. Τέλος, σε περίπτωση που ο αριθμός των αγωνιστών σε κάποιο άθλημα ήτανε περιττός, απέμενε μετά την κλήρωση των ζευγαριών ένας αθλητής που λεγόταν έφεδρος. Αυτός περίμενε με ακμαίες τις σωματικές του δυνάμεις να συναγωνιστεί μ' εκείνον που ύστερα από αλλεπάλληλους αγώνες θα είχε καταβάλει τους άριστους από κάθε ζεύγος αθλητών.
Η σταδιακή εξέλιξη των αγωνισμάτων
Αρχικά, το αγωνιστικό πρόγραμμα περιελάμβανε μόνο το «στάδιον, τον αγώνα δρόμου, και περιοριζόταν σε μια μόνο ημέρα. Στη 14η Ολυμπιάδα (724 π.Χ.) προστέθηκε ο «δίαυλος» (διπλός αγώνας δρόμου). Στη 15η Ολυμπιάδα (720 π.Χ.) καθιερώθηκε ο «δόλιχος», (αγώνας δρόμου μεγάλου μήκους), ενώ οι 18οι Ολυμπιακοί αγώνες (708 π.Χ.) διευρύνονται με το «Πένταθλον» και την πάλη. Είκοσι χρόνια αργότερα (23η Ολυμπιάδα, 688 π.Χ.) προστέθηκε η «πυγμή», και αργότερα (25η Ολυμπιάδα, 680 π.Χ.) η αρματοδρομία του τέθριππου(ζυγός τεσσάρων ίππων). Τριάντα δύο χρόνια αργότερα (33η Ολυμπιάδα, 648 π.Χ.) προστέθηκαν οι ιπποδρομίες και το «Παγκράτιον» που συνδυάζει πάλη και πυγμαχία. Τα αγωνίσματα εφήβων περιορίζονταν στον αγώνα δρόμου, το πένταθλο και την πάλη.
Στην 65η Ολυμπιάδα (520 π.Χ.) καθιερώνονται ο «οπλιτόδρομος» (αγώνας δρόμου ανδρών με πολεμική εξάρτηση) και στην 66η Ολυμπιάδα (516 π.Χ.) ο δρόμος και η πάλη παίδων. Στην 93η Ολυμπιάδα (408 π.Χ.) καθιερώθηκε και η αρματοδρομία με ζυγό δύο αλόγων. Για μια μικρή περίοδο (70ή - 71η Ολυμπιάδα) έγινε πειραματικά καθιέρωση αρματοδρομίας με φοράδες και μουλάρια (πώλων), ενώ την 99η Ολυμπιάδα (384 π.Χ.) εμφανίζονται αρματοδρομίες τεσσάρων και αργότερα (128η Ολυμπιάδα, 268 π.Χ.) δύο πουλαριών, και δώδεκα έτη αργότερα (256 π.Χ.) ιππασία σε πουλάρι.
Οι Ολυμπιάδες πέρασαν τις δύο, τις τρεις ημέρες και τελικά έφτασαν να διαρκούν πέντε ημέρες.
Η μεγάλη σημασία των Αγώνων
Από το 776 π.Χ. και μετά οι Αγώνες, σιγά-σιγά, έγιναν πιο σημαντικοί σε ολόκληρη την αρχαία Ελλάδα φτάνοντας στο απόγειο τους κατά τον 6ο και 5ο αι. π.Χ.. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν επίσης θρησκευτική σημασία, αφού γίνονταν προς τιμή του θεού Δία, του οποίου το τεράστιο άγαλμα στεκόταν στην Ολυμπία. Ο αριθμός των αγωνισμάτων έγινε είκοσι και ο εορτασμός γινόταν στην διάρκεια μερικών ημερών. Οι νικητές των αγώνων θαυμάζονταν και γίνονταν αθάνατοι μέσα από ποιήματα και αγάλματα. Κέρδιζαν την υστεροφημία και στην Αθήνα προς τιμή τους γκρέμιζαν τμήμα των τειχών για περάσουν με το άρμα τους. Το έπαθλο για τους νικητές ήταν ένα στεφάνι από κλαδί αγριελιάς, ο λεγόμενος "κότινος", κάτι που φαντάζει ασήμαντο στη σημερινή εποχή της υλικής ευδαιμονίας και της κρίσης των ηθικών αξιών, της απουσίας της ευγενούς άμιλλας και του "ευ αγωνίζεσθαι", βαρύτιμο και τιμητικό ωστόσο για τους αρχαίους προγόνους μας.
Πρόγραμμα διεξαγωγής των αγώνων
Αρχικά οι Ολυμπιακοί αγώνες διαρκούσαν μια ημέρα μόνο. Αργότερα, το πρόγραμμα διευρύνθηκε και εμπλουτίστηκε με πλήθος αθλημάτων και πανηγυρικών εκδηλώσεων που συνόδευαν την εορτή, διαρκείας πέντε ημερών, στην οποία συνέρρεε πλήθος αθλητών και θεατών. Ο Παυσανίας αναφέρει ως αιτία την διεξαγωγή των 77ων Ολυμπιακών αγώνων (472 π.Χ.), όταν η αρματοδρομία και το πένταθλο είχαν αργοπορήσει τόσο πολύ, που το παγκράτιον άρχισε καθυστερημένα και διήρκεσε μέχρι τις νυκτερινές ώρες, με αποτέλεσμα να νικήσει ο Αθηναίος Καλλίας. Τότε αποφασίστηκε η πολυήμερη διεξαγωγή των αγώνων και καθιερώθηκε το πενθήμερο πρόγραμμα ως εξής. Οι τελετές άρχιζαν την 11η ημέρα του μήνα και διαρκούσαν μέχρι την 15η ημέρα, έτσι ώστε η νύχτα της τέταρτης μέρας των αγώνων να λούζεται στο φως της πανσέληνου. Σύμφωνα με το σημερινό ημερολόγιο η έναρξη των αγώνων γίνονταν περίπου στα τέλη Ιουνίου, αρχές Ιουλίου. Η πρώτη ημέρα ήταν αφιερωμένη στους θεούς. Η σημαντικότερη εναρκτήρια σπονδή ήταν προς τιμή του Ολυμπίου Διός, και γινόταν από εκπροσώπους της πόλης της Ήλιδας. Ακολουθούσε ο όρκος των αθλητών, προπονητών και ελλανοδικών (δηλαδή των διαιτητών που θα έκριναν τα αποτελέσματα των αγώνων), κατά τον οποίο γινόταν θυσία, ενώ οι διαιτητές έβγαζαν λόγο απευθυνόμενοι στους αγωνιστές. Όσο για τους ανήλικους νέους που έπαιρναν μέρος, ορκίζονταν οι πατεράδες ή οι πιο μεγάλοι αδελφοί τους. Επίσης, οι αθλητές και τα άλογα εξετάζονταν για να κριθεί η συμμετοχή τους και για να κληρωθούν στις ομάδες που θα έπαιρναν μέρος, ενώ οι αθλητές απείχαν από την ερωτική επαφή επί τριανταήμερου και υποβάλλονταν σε χορτοφαγική νηστεία. Το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας κατέληγε σε γενικό φαγοπότι γνωριμίας, ενώ την ίδια μέρα γινότανε και η ευγενική άμιλλα για την ανάδειξη των καλύτερων κηρύκων και σαλπιγκτών. Αυτοί που κέρδιζαν, λάβαιναν το τιμητικό προνόμιο ν' αναγγέλλουν και να εκφωνούν τα ονόματα των Ολυμπιονικών την ώρα των βραβείων. Την πρώτη μέρα των αγωνισμάτων, πριν από τα χαράματα γέμιζαν οι κερκίδες, αφού με τις πρώτες ηλιαχτίδες ξεκινούσαν τα πρώτα αγωνίσματα. Τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη μέρα των αγώνων διεξάγονταν τα αγωνίσματα, ενώ η τελευταία μέρα ήταν αφιερωμένη στις τελετές, πομπές και στις θυσίες στους θεούς. Την τελευταία μέρα των Ολυμπιακών αγώνων γινόταν η απονομή των στεφάνων. Ένας νεανίας έκοβε με χρυσό ψαλίδι τα κλαδιά της ελιάς από το ιερό δέντρο. Με την απονομή του στεφανιού αναγγέλλονταν το όνομα του αθλητή, μαζί με αυτό του πατέρα του και της πατρίδας του και γινόταν αθάνατο σε όλες τις τότε Ελληνικές πόλεις. Οι νικητές έδιναν δώρα στους θεούς, καθένας με τις δυνατότητές του για να τους ευχαριστήσουν για την υψηλοτέρα των τιμών. Ακολουθούσαν πομπές και γενικό φαγοπότι, συνοδευόμενο από τραγούδι και μουσική, τα «επινίκια».
Η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων
Οι Ολυμπιακοί αγώνες διατηρήσανε την αίγλη τους σε όλη την ελληνική αρχαιότητα και όσοι νικούσαν σε αυτούς δοξάστηκαν από λαμπρούς ποιητές, όπως ο Πίνδαρος, ο Σιμωνίδης ο Κείος και ο Βακχυλίδης. Αργότερα με την επικράτηση των Ρωμαίων, άρχισαν να έχουν συμμετοχή στους αγώνες και μη Έλληνες αθλητές. To 393, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος της χριστιανικής πλέον ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, απαγόρευσε τη διεξαγωγή όλων των παγανιστικών εορτών, μαζί και των ολυμπιακών αγώνων. Τα αρχαιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι ορισμένοι αγώνες διατηρήθηκαν για κάποιο ακόμα σύντομο χρονικό διάστημα. Με αυτό τον τρόπο τελείωσε μια περίοδος χιλίων χρόνων κατά την οποία οι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξάγονταν συνέχεια κάθε τέσσερα χρόνια.
Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 γνωστοί και ως Αγώνες της 1ης Ολυμπιάδας, ήταν η πρώτη διεθνής αθλητική διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων μετά την αναβίωσή τους στη σύγχρονη εποχή. Διοργανώθηκε στην Αθήνα από τις 25 Μαρτίου έως τις 3 Απριλίου 1896 (6 Απριλίου - 15 Απριλίου με το γρηγοριανό Ημερολόγιο).
Επειδή η Αρχαία Ελλάδα ήταν το μέρος που "γεννήθηκαν" οι Ολυμπιακοί Αγώνες, η Αθήνα θεωρήθηκε ως η ιδανικότερη επιλογή για να φιλοξενήσει και την πρώτη διεξαγωγή των σύγχρονων. Η επιλογή της διοργανώτριας χώρας έγινε σε συνέδριο που οργάνωσε ο Πιερ ντε Κουμπερτέν, Γάλλος παιδαγωγός και ιστορικός, στο Παρίσι, στις 23 Ιουνίου 1894. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ιδρύθηκε επίσης κατά τη διάρκεια αυτού του συνεδρίου.
Αν και ο αριθμός των αθλητών που πήραν μέρος ήταν μικρός, παρ'όλα αυτά η συμμετοχή ήταν η μεγαλύτερη μέχρι τότε σε αθλητική διοργάνωση. Οι Αγώνες είχαν μεγάλη επιτυχία και υπήρξε μεγάλη συμμετοχή του ελληνικού κοινού, ιδιαίτερα στο Παναθηναϊκό Στάδιο, το μοναδικό Ολυμπιακό στάδιο που χρησιμοποιήθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Σημαντική στιγμή για τους Έλληνες ήταν η νίκη του Σπύρου Λούη στον μαραθώνιο.
Μετά το τέλος των Αγώνων, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, καθώς και πολλοί άλλοι (μεταξύ των οποίων και Αμερικανοί αθλητές), υποστήριξαν την ιδέα να διοργανωθούν και οι επόμενοι Αγώνες στην Αθήνα. Ο Κουμπερτέν όμως ήταν αντίθετος με αυτό, ενώ είχε ήδη αποφασιστεί το Παρίσι ως η επόμενη διοργανώτρια πόλη. Έτσι, οι Αγώνες του 1900 έγιναν στη Γαλλία, αλλά επισκιάστηκαν από τη Διεθνή Έκθεση που συνδιοργανώθηκε εκείνη την περίοδο στην πόλη του Παρισιού. Από τότε, εκτός των εμβόλιμων Μεσοολυμπιακών Αγώνων του 1906, οι Αγώνες επέστρεψαν στην Ελλάδα μόλις το 2004, για την 28η Ολυμπιάδα.

