27 Απριλίου, 2020

Έλλη Αλεξίου, Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν

 
   Στο διήγημά της αυτό, η Έλλη Αλεξίου περιγράφει τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια και την ανέχεια που έχουν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι μετά τον πόλεμο και τον Eμφύλιο(1946-1949). Η οικογένεια, που μας παρουσιάζεται εδώ, έχει να αντιμετωπίσει τη μεγάλη φτώχεια, που προκαλεί η έλλειψη εργασίας για τη μητέρα αλλά και την απουσία του πατέρα, ο οποίος έχει σταλεί στην εξορία και συνεπώς δεν μπορεί να συνεισφέρει τίποτα στο σπίτι του. Η μητέρα των παιδιών έχει να φροντίσει δυο μικρά παιδιά μόνη της. Αποφασίζει λοιπόν να βγει στο δρόμο να ζητιανέψει, ελπίζοντας στη γρήγορη επιστροφή του άντρα της και τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης. Τα δυο μικρά παιδιά της δε νιώθουν τη δεινή οικονομική θέση στην οποία βρίσκονται, ακολουθούν όμως με ωριμότητα κι εμπιστοσύνη τη μαμά και ονειρεύονται ν’ αποκτήσουν τα παιχνίδια της βιτρίνας, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά. Ο  "σιδερόδρομος" της βιτρίνας είναι το πιο ακριβό παιχνίδι, τα παιδικά όμως όνειρα δε μπορούν να σταματήσουν εκεί, περιμένουν τον ερχομό του μπαμπά για να τους τον αγοράσει.


ΘΕΜΑ: Το απραγματοποίητο όνειρο των παιδιών για το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι εξαιτίας της εξορίας του πατέρα και της άθλιας οικονομικής κατάστασης της οικογένειας στη μετα-εμφυλιακή Ελλάδα.




ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ 
· Δύσκολες συνθήκες της μεταπολεμικής εποχής.
· Μονογονεική οικογένεια/το πρόβλημα της επιβίωσης 
· Παιδική αθωότητα και σκληρή πραγματικότητα.



 ΒΑΣΙΚΗ ΙΔΕΑ: Οι συνέπειες του Εμφυλίου και της εξορίας στην καθημερινότητα της οικογένειας και στην ψυχολογία των παιδιών.

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ο  τίτλος του ποιήματος αντιπροσωπεύει το περιεχόμενό του. Η λαχτάρα των παιδιών για το παιχνίδι της βιτρίνας συντηρείται από την προσδοκία της επανόδου του εξόριστου πατέρα . Το παιχνίδι που δεν αγοράζεται τελικά επιβεβαιώνει περίτρανα τον τίτλο, γιατί ο μπαμπάς δεν ήρθε ποτέ

 Είδος: 
 Το κείμενο αυτό είναι ένα διήγημα. 
Εντοπίζουμε στο Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων τα χαρακτηριστικά του διηγήματος.





ΤΕΧΝΙΚΗ:   

- τριτοπρόσωπη  αφήγηση από έναν αφηγητή που δε συμμετέχει στην ιστορία που αφηγείται. - Ο αφηγητής δεν έχει συγκεκριμένη οπτική γωνία αλλά μπορεί να βρίσκεται παντού και να τα παρακολουθεί όλα -> Παντογνώστης αφηγητής.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ:

-Αφήγηση σε γ΄πρόσωπο από έναν παντογνώστη αφηγητή.- Αφηγηματικές αναδρομές που φανερώνουν την οικονομική ανέχεια της οικογένειας στο παρελθόν.
- Διάλογος: ανάμεσα στη μητέρα και στα παιδιά αποκαλύπτει την παιδική αφέλεια.  Από τη μια τα παιδιά ζουν στο δικό τους όμορφο κόσμο και επιθυμούν παιχνίδια όπως είναι φυσικό. 
Δεν  αντιλαμβάνονται το μέγεθος της κατάστασης στην οποία βρίσκονται και η αγνότητα της ψυχής τους φαίνεται από την αγάπη τους για τα παιχνίδια. 
 διάλογος ανάμεσα στα παιδιά αποκαλύπτει τον αυθορμητισμό των παιδιών και την έλλειψη πολλές φορές ευγενικών τύπων συμπεριφοράς.           
 - Περιγραφές. 
Η ρεαλιστική περιγραφή  της εξωτερικής εμφάνισης των παιδιών
 δείχνει την τραγική κατάσταση της οικογένειας.
Η λεπτομερής περιγραφή του σιδηρόδρομου αποκαλύπτει τον 
ψυχικό κόσμο των παιδιών.


ΓΛΩΣΣΑ: Απλή δημοτική με λεξιλόγιο της καθημερινής ομιλίας.Γίνεται χρήση λανθασμένων γραμματικών τύπων καθώς και λαϊκών λέξεων, δείγμα του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου της μητέρας.

ΥΦΟΣ: Απλό και ζωηρό, λυρικό, γεμάτο αφέλεια και ζωντάνια.



 ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ: - Μεταφορές § 4 «Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος», § 5 «Ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, χωρίς να γκρεμίζεται …να σου τον και ξετρυπώνει από την άλλη μεριά της βιτρίνας, και ξαναρχίζει τα ίδια…», § 12 «Ευτυχώς που κι ο σιδερόδρομος δεν είχε φύγει από τη βιτρίνα…Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος», § 14 «Γιατί αυτός είχε έρθει στον κόσμο, μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά, και τώρα αντί για χαρά, τους είχε δώσει στενοχώρια», § 15 «…θα’ χουν γεμίσει τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια». - Επαναλήψεις §1 & 2 «Θα πάω να σταθώ στην οδός Αιόλου» - «Θα σταθώ στην οδός Αιόλου», § 4 «Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος. – Και πότε θα σφίξει ο κόσμος;», «- Άμα βγει ο ήλιος. – Κι αν δε βγει ο ήλιος, δε θα πάμε;», § 6 «Δεν μπορούμε να τ’ αγοράσουμε μεις…- Όσα κι αν πιάσουμε, δεν μπορούμε….- Πότε θα μπορέσουμε;», «- Άμα έρθει ο μπα- μπάς σου….- Πότε θα’ ρθει ο μπαμπάς μου;», «- Θα τον αφήσουν πριν από την Πρωτοχρονιά;…- Ναι…ναι…πριν από την Πρωτοχρονιά», «- Να του το πεις όμως και συ… - Ναι…ναι…θα του το πω», § 12 «Μα οι μέρες περνούσαν. Πέρασε κι η Πρωτοχρονιά»,§ 12 & 14 «Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος» - «Κι ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος», § 13 & 15 «Δεν τους άφησαν οι κακοί άνθρωποι» - «θα’ χουν φύγει οι κακοί άνθρωποι». - Εικόνες (Περιγραφές προσώπων, τοπίων, αντικειμένων): § 5 «Ήταν ένας σιδερόδρομος...και ξαναρχίζει τα ίδια…», § 9 «Τα παιδιά στράφηκαν…ως την οδό Αιόλου», § 12 «Μα οι μέρες περνούσαν….Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος». Αντιθέσεις (Λεκτικές / Νοηματικές): § 13 «- Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας από την εξορία» - «Κανένας όμως μπαμπάς δεν ήρθε από την εξορία», § 14 «μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά» - «τους είχε δώσει στενοχώρια», § 15 «θα’ χουν φύγει οι κακοί άνθρωποι» - «κι οι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει», «θα’ χουν γεμίσει» - «τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια». 


ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ: - Αναπαράσταση των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής, όπως επιδρούν στην οικογενειακή ζωή και ιδιαίτερα στην ψυχολογία των παιδιών. - Η φτώχεια πέρα από άλλες αιτίες οφείλεται και στην ανώμαλη πολιτική κατάσταση που οδηγούσε ανθρώπους στην εξορία, με αποτέλεσμα οι οικογένειές τους να φτάνουν στα όρια της αντοχής τους.


 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Η μητέρα του κειμένου ανταποκρίνεται στο πρότυπο της ιδανικής μάνας, που συνδυάζει την αγάπη με το ψυχικό σθένος και μεγαλείο. Είναι χαρακτηριστική εκπρόσωπος της Ελληνίδας μάνας  της μεταπολεμικής Ελλάδας, που έχει να αντιπαλέψει τη φτώχεια και τον εθνικό διχασμό(εμφύλιος πόλεμος) με μοναδικά  όπλα την υπομονή, την ψυχική δύναμη, την αγάπη, την ψυχραιμία και την αυτοθυσία. Ο πατέρας είναι απών και έτσι εκείνη αγωνίζεται διπλά για την επιβίωση της οικογένειας. Συντηρεί μία μονογονεϊκή οικογένεια ως μάνα και ως πατέρας. Δε διστάζει ακόμη και να ζητιανέψει παραμερίζοντας την περηφάνια της. Κρατά αξιοπρεπή στάση και δεν ξεσπά σε κλάματα. Πάντα βάζει ως προτεραιότητα τα παιδιά της και τις βασικές ανάγκες τους, παραμερίζοντας την περηφάνεια της. Αν και βρίσκεται σε τραγική θέση(της λείπει ο άντρας της στην εξορία, πονά και αγωνιά), δεν παραπονιέται στα παιδιά της, ούτε τα επιβαρύνει με τις δικές της ανησυχίες. Δεν τους κρύβει  την πραγματικότητα, όμως τους δίνει ελπίδα και αισιοδοξία ότι ο μπαμπάς τους θα γυρίσει, απαλύνοντας το αίσθημα ανασφάλειας που νιώθουν με όπλα την αγάπη και το διάλογο. Δίνει ειλικρινή απάντηση στις εύλογες  απορίες τους για την τύχη του πατέρα τους με απλό και κατανοητό τρόπο. Είναι μια ηρωίδα, ένα στήριγμα της οικογένειας, ένας άνθρωπος μαχητικός, περήφανος, γεμάτος αγάπη και αγωνιστικότητα.

 


 Ο συμβολισμός του "σιδερόδρομου: Ο σιδηρόδρομος αποτελούσε μια δυνατότητα των παιδιών να ξεφύγουν από τη σκληρή πραγματικότητα, ένα παιδικό όνειρο, η δυνατότητα να νιώσουν το πνεύμα των ημερών και να παίξουν ξέγνοιαστα.



Η εικόνα των παιδιών μπροστά στη βιτρίνα στο τέλος του κειμένου 
Η λυρική περιγραφή των παιχνιδιών που πουλήθηκαν ή που ακόμη βρίσκονται εκεί δίνει μια ευαισθησία στο αφήγημα που έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες των παιδιών που τελικά δεν ικανοποιήθηκαν.


Η επανάληψη της φράσης και ο μπαμπάς δεν ερχόταν κάνει ακόμη πιο δραματική την κατάσταση των 
παιδιών.Ούτε όμως και τα άλλα παιδιά μπόρεσαν να αγοράσουν το σιδηρόδρομο. 
Η ωριμότητα των παιδιών αυτών φαίνεται μέσα από   τα επιχειρήματα που παρουσιάζουν.
 Η φτώχεια, οι αρρώστιες και τα μετεμφυλιακά  χρόνια είναι κοινά στοιχεία στη ζωή όλων των παιδιών. Οι δύσκολες συνθήκες ωριμάζουν την παιδική σκέψη και ψυχή.

Στο τέλος η μητέρα μιλάει με λόγια παρηγορητικά και προσπαθεί να ανακουφίσει τις πληγωμένες ψυχές  

των παιδιών της και τους δίνει ελπίδα που είναι και το μοναδικό φάρμακο σε τέτοια προβλήματα.




Ενδεικτικές εργασίες δημιουργικής γραφής
1/ Να δώστε ένα διαφορετικό τέλος στο κείμενο, με τον πατέρα να επιστρέφει από την εξορία.
2/ Υποθέστε ότι είστε το ένα από τα παιδιά και καταγράφετε στο ημερολόγιό σας τις σκέψεις και τα συναισθήματα από τη δύσκολη πραγματικότητα που βιώνετε.



  α) Από το ημερολόγιο του Πέτρου


Αγαπημένο μου ημερολόγιο,                    Αθήνα, 20 Δεκεμβρίου 191949
   Είμαι τόσο χαρούμενος! Η μαμά μάς πήγε σήμερα στην οδός Αιόλου για να ζητιανέψουμε. Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ, ούτε και η Αγγελικούλα μας δεν πολυκαταλάβαμε τι ακριβώς θα κάναμε… Αλλά μόλις άκουσα τον προορισμό μας ξετρελάθηκα! Στο μυαλό μου ήρθε αμέσως αυτός ο τέλειος σιδερόδρομος που είναι εκεί, σε μία βιτρίνα. Όλα τα παιδιά στο σχολείο μιλάνε γι’ αυτόν και λαχταρούν να τον αποκτήσουν… Παρακάλεσα κι εγώ τη μαμά να μου τον αγοράσει, αλλά μου είπε ότι, επειδή κοστίζει πολλά λεφτά, θα μπορέσουμε να τον πάρουμε όταν έρθει ο μπαμπάς μου από την εξορία, λογικά πριν από την Πρωτοχρονιά. Δεν τον θυμάμαι σχεδόν καθόλου τον μπαμπά, αλλά νιώθω ότι μου λείπει… 
   Όταν φτάσαμε λοιπόν στην οδός Αιόλου, έπιασα σαν καλός αδερφός την Αγγελικούλα από το χέρι, για να μη χαθούμε μέσα στον κόσμο, και τρέξαμε στη βιτρίνα. Ανυπομονούσα να δω κι εγώ αυτόν τον περίφημο σιδερόδρομο από κοντά. Φοβόμουν κιόλας μήπως κάποιος είχε προλάβει και τον είχε αγοράσει. Ευτυχώς όμως ήταν εκεί, να κόβει βόλτες καμαρωτός, με τα φωτάκια του να αναβοσβήνουν… Ήταν τόσο μαγικό το θέαμα! Δεν ξέρω πόση ώρα τον κοίταζα με το στόμα ανοιχτό να κάνει την ίδια βόλτα ξανά και ξανά. Δε βαριόσουν να τον βλέπεις ποτέ! Άλλωστε, μπορεί προς το παρόν να μην έχουμε τη δυνατότητα να τον αγοράσουμε, αλλά είναι δωρεάν το να τον χαζεύουμε!
   Η μαμά μας είπε ότι και αύριο θα ξαναπάμε στην οδός Αιόλου. Θα τρέξω κατευθείαν στον σιδερόδρομο… Μακάρι να γυρίσει ο μπαμπάς σύντομα και να μου τον αγοράσει, πριν τον πάρει κανένα άλλο παιδί.



Αγαπητό μου ημερολόγιο,                            Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 1949
  
   Εκεί που παίζαμε ωραία και καλά με την Αγγελικούλα, η μαμά μας είπε ότι αύριο θα πάει στην οδό Αιόλου να ζητιανέψει και ότι θα μας πάρει κι εμάς μαζί της! Καταχάρηκα, γιατί θα πω τα κάλαντα μαζί με την αδελφή μου (όλο και κάποιος θα μας δώσει καμιά δεκάρα!), αλλά και γιατί θα δούμε τα παιχνίδια στις βιτρίνες. Η μαμά όμως δεν ήταν καθόλου χαρούμενη… Η καημένη, εργάζεται συνήθως σκληρά και γυρνάει στο σπίτι πολύ κουρασμένη. Τον τελευταίο καιρό βέβαια δε δουλεύει πια, αλλά είναι πιο στεναχωρημένη. Τις προάλλες την άκουσα να σιγομουρμουρίζει πως δεν πάει άλλο…
   Πάντως, εγώ πιστεύω ότι θα βγάλουμε αρκετά λεφτά, αυτή κι εμείς, στην οδό Αιόλου και θα πάρουμε και τον σιδηρόδρομο που θέλω τόσο… Είναι το καλύτερο παιχνίδι απ’ όλα, αλήθεια! Πιάνει όλη τη βιτρίνα και μοιάζει σαν τα αληθινά τα τρένα. Κάνει γύρους, ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, περνάει πάνω από γέφυρες, μπαίνει σε ένα τούνελ και χάνεται από τα μάτια σου, ώσπου, τσουπ, ξαναεμφανίζεται από την άλλη πλευρά της βιτρίνας! Η μαμά λέει πως είναι πολύ ακριβός και πως δε θα φτάσουν τα λεφτά που θα μαζέψουμε στην Αιόλου, μα θα ’ρθει ο μπαμπάς πριν από την Πρωτοχρονιά και θα μας τον αγοράσει. Αυτά θα είναι τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής μου!






Αγαπητό μου ημερολόγιο,                                  Αθήνα, 4 Γενάρη 1949     
   
Πέρασαν τα Χριστούγεννα. Πέρασε κι η Πρωτοχρονιά, κοντεύουνε τα Φώτα. Ο μπαμπάς δεν ήρθε. Δεν τον άφησαν οι κακοί άνθρωποι… Αν ερχόταν, θα μας αγόραζε τον σιδηρόδρομο και η μαμά δε θα χρειαζόταν να ξαναζητιανέψει. Θα κάναμε γιορτές όλοι μαζί. Δε θα τον περιμέναμε πια, ούτε θα τρέχαμε με την αδελφούλα μου κάθε φορά που χτυπάει η εξώπορτα να ανοίξουμε όλο λαχτάρα, μήπως και είναι αυτός. Η Αγγελικούλα ξεγελάστηκε με μια πάνινη κουκλίτσα που της έφτιαξε η μαμά και ξέχασε την κούκλα που ζητούσε, αλλά εγώ είμαι πολύ απογοητευμένος… 
   Μα η μαμά είπε πως του χρόνου όλα θα ’χουν αλλάξει! Θα ’χουν φύγει οι κακοί άνθρωποι, οι καλοί μπαμπάδες θα έχουν έρθει πάλι κοντά μας και το σπίτι μας θα γεμίσει ευτυχία και χαρά… Την πιστεύω!


  β) Από το ημερολόγιο της Αγγελικούλας



Αγαπητό μου ημερολόγιο,                        Αθήνα, 22 Δεκέμβρη 1949
   Το πρωί, στον ύπνο μου σχεδόν, άκουσα κάτι σαν κλάμα. Ανήσυχη, φώναξα τη μαμά, που με αγκάλιασε και μου είπε πως δεν κλαίει κανένας και πως θα το είδα σε ένα κακό όνειρο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα όμως… Ίσως κι αυτή να μην κοιμήθηκε καλά. Κάθε χρόνο στις γιορτινές μέρες τη ζητούσανε στα σπίτια είτε για να πλύνει, είτε για να ασπρίσει, αλλά φέτος τίποτα… Έτσι μας είπε από χθες ότι θα μας πάρει μαζί της στο κέντρο της Αθήνας. Αυτή θα ζητιανέψει κι εμείς θα χαζέψουμε τον κόσμο και τις στολισμένες βιτρίνες. 
   Αφού είχα ξυπνήσει πια, ανυπομονούσα να φύγουμε, να βγούμε και λίγο από το σπίτι, αλλά ο Πέτρος χουζούρευε κουκουλωμένος στο κρεβάτι του και η μαμά δε βιαζόταν. Μου είπε πως θα πάμε πιο μετά, άμα φωτίσει και σφίξει ο κόσμος, γιατί πρωί πρωί κάνει πολύ κρύο, δε βγαίνει κανένας και θα ξεπαγιάσουμε άδικα. Όταν λοιπόν βγήκε ο ήλιος, φάγαμε το ψωμάκι μας και ξεκινήσαμε από το σπίτι μας, που είναι στου Ζωγράφου, να πάμε στην οδό Αιόλου με τα πόδια. Η μαμά μας έντυσε όσο καλύτερα μπορούσε, για να μην κρυώνουμε. Στον Πέτρο έδωσε να φορέσει ένα παλιό μαύρο σακάκι. Ήταν λίγο μπαλωμένο, αλλά δεν πειράζει, γιατί ήταν αρκετά χοντρό και, μαζί με το μαύρο του κασκόλ, θα τον κρατούσε ζεστό. Αλλά κι εμένα μου φόρεσε αρκετά ρούχα, το ένα πάνω στο άλλο, και μετά με διπλοτύλιξε σαν ντολμαδάκι με ένα χοντρό σκούρο σάλι δικό της και μου το έδεσε με ένα κορδόνι κάτω από τα χέρια. Με όλα αυτά τα ρούχα δεν κρύωνα και τόσο, αλλά η αλήθεια είναι πως δυσκολευόμουν κάπως να κινηθώ. Τα ρούχα μας ήταν πεντακάθαρα, αλλά τα αρβυλάκια μας, μέχρι να φτάσουμε στην οδό Αιόλου, είχαν γεμίσει λάσπες.
   Με το που φτάσαμε, η μαμά στάθηκε σε μια γωνιά κι εμάς μας άφησε να κάνουμε βόλτες, αρκεί να είμαστε πιασμένοι χέρι - χέρι και να μην απομακρυνθούμε. Αμέσως ο Πέτρος με τράβηξε μαζί του προς τη βιτρίνα με αυτόν τον σιδηρόδρομο που έχει ξετρελάνει όλα τα αγόρια. Κι εκεί είναι που κοντέψαμε να χαθούμε… Σε μια άλλη βιτρίνα είδα μια τέλεια κούκλα! Ήταν πίσω από το τζάμι βέβαια, αλλά φαινότανε πολύ καθαρά, γι’ αυτό και σταμάτησα για να τη δω καλύτερα. Είχε ξανθά σγουρά μαλλάκια, κουνούσε το κεφάλι της δεξιά - αριστερά και τα ματάκια της ανοιγόκλειναν, σαν να ήταν ζωντανή! Ο αδελφός μου δε με άφησε να τη θαυμάσω όσο θα ήθελα, αλλά μου υποσχέθηκε πως θα ξαναπεράσουμε από εκεί, αφού δούμε και τον σιδηρόδρομο. 
   Να ’μαστε κι εμείς λοιπόν μπροστά από τη βιτρίνα, όπου είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά που σκουντιόταν ποιο θα βγει μπροστά και γινόταν χαμός! Όλα έλεγαν πώς θα αποκτήσουν το πολυπόθητο τρενάκι. Ο γιος ενός καθηγητή έλεγε ότι θα του το πάρει ο μπαμπάς του. Ένα αγοράκι, που μου φάνηκε αδυνατούλικο και χλωμό, είπε ότι θα του το πάρει ο νονός του, που είναι σωφέρης. Κάποιο άλλο παιδί έλεγε ότι όλοι οι συγγενείς του μαζί θα βάλουν λεφτά για να του το αγοράσουν. Πετάχτηκε κι ο Πέτρος και είπε ότι θα εμάς θα μας το πάρει ο μπαμπάς μας, που θα γυρίσει από την εξορία πριν την Πρωτοχρονιά. Τι να πεις; Αγόρια… 
   Εμένα με νοιάζει περισσότερο η όμορφη κουκλίτσα που είδα και ακόμα πιο πολύ το να έρθει κοντά μας ο μπαμπάς, για να μην κλαίει πια η μαμά… Αυτά θέλω, καλό μου ημερολόγιο, για τα Χριστούγεννα!



  Πηγές:

     http://alexgger.blogspot.com/2014/12/blog-post_20.html
     http://2stav-glossa.blogspot.com/2013/12/blog-post_4.html

      http://filoi-tou-logou.blogspot.com/2019/09/blog-post_4.html