
Η πόλη που περιγράφεται στα τρία αποσπάσματα από το βιβλίο του Κ.Χαρπαντίδη "Μανία πόλεως "(1993) είναι η Καβάλα, όπως την διασώζουν από τη μια μεριά οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας του αφηγητή και από την άλλη μεριά η ιστορική μνήμη, στοιχεία της οποίας αξιοποιεί ο συγγραφέας.
Η Καβάλα, η αλλοτινή πόλη των καπνεμπόρων και των προσφύγων, έγινε πόλη αποστειρωμένη, πόλη δημοσίων υπαλλήλων, πόλη χωρίς πρόσωπο, αντίγραφο τόσων άλλων, που μέσα τους χάνεσαι άνετα. Χωρίς ρίζες, χωρίς προορισμούς.Σαρώθηκαν οι πάντες και τα πάντα απ’ την ανάπτυξη. Τη θάλασσα μόνο δεν τόλμησαν να αλλάξουν οι νέοι έποικοι της αστυφιλίας. Αυτήν την θεώρησαν υπεράνω πάσης εκδίκησης και υποψίας.
Ο συγγραφέας- αφηγητής χρησιμοποιεί ειρωνικά
τις λέξεις «ανάπτυξη» κι «αξιοποίηση», γιατί τελικά η ανάπτυξη της πόλης
αλλοίωσε τη μορφή και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της και την μετέτρεψε σε μια
απρόσωπη και άχαρη τσιμεντούπολη. Μπορεί οι πολυκατοικίες να πρόσφεραν στους ενοίκους
πολλές ανέσεις, αλλά στρίμωξαν τους ανθρώπους σε μικρά διαμερίσματα- κελιά, που
χτίστηκαν στη θέση των καλαίσθητων μονοκατοικιών και των ελεύθερων χώρων
πρασίνου. Έτσι, η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων χώρων εν ονόματι της ανάπτυξης
στέρησε από τα παιδιά χώρους παιχνιδιού, απαραίτητου για την ψυχοσωματική τους ισορροπίας,
και υποβάθμισε το φυσικό περιβάλλον και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Σημεία με του κειμένου ειρωνεία:
- «για να προλάβει η πόλη την ανάπτυξη»: Η λέξη ανάπτυξη δίνεται με αρκετή ειρωνεία, αφού στη συνέχεια
την εξισώνει με την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής στην πόλη με τους νέους
όρους ζωής και τα προβλήματα που δημιούργησε.
- «γκαρσονιέρα και μπανιέρα, αντιπαροχή, θερμοσίφωνο και κοινόχρηστα»:
Το νέο λεξιλόγιο του νέου οικιστικού μοντέλου σχολιάζεται με ειρωνικό τόνο.
Σε πολλά σημεία ο συγγραφέας αναφέρεται καθαρά ή υπαινικτικά στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην πόλη από τη νέα όψη που της έδωσε η ανάπτυξή της και η αξιοποίηση των χώρων της. Βέβαια αυτές οι δύο λέξεις (η μία στο πρώτο και η άλλη στο τρίτο απόσπασμα) χρησιμοποιούνται ειρωνικά, αφού με την ανάπτυξη (με το χτίσιμο σύγχρονων πολυκατοικιών και με τα νέα διαμερίσματα τους που είχαν μπανιέρες, θερμοσίφωνες και άλλες ανέσεις) αλλοιώθηκε η πατροπαράδοτη ομορφιά των σπιτιών, ενώ με την αξιοποίηση των οικοπέδων οι χώροι της πόλης έγιναν ασφυκτικοί, εξαφανίστηκε το πράσινο και δεν έμειναν ελεύθεροι χώροι για το παιχνίδι των παιδιών. Έτσι, η σύγχρονη εικόνα της πόλης είναι αρνητική. (βλέπε και την παραπάνω φωτογραφία)
Με ποια σημασία ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις
λέξεις «ανάπτυξη» και «αξιοποίηση»; Σε ποια σημεία του κειμένου διακρίνετε
ειρωνική χροιά;
Ο συγγραφέας- αφηγητής χρησιμοποιεί ειρωνικά
τις λέξεις «ανάπτυξη» κι «αξιοποίηση», γιατί τελικά η ανάπτυξη της πόλης
αλλοίωσε τη μορφή και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της και την μετέτρεψε σε μια
απρόσωπη και άχαρη τσιμεντούπολη. Μπορεί οι πολυκατοικίες να πρόσφεραν στους ενοίκους
πολλές ανέσεις, αλλά στρίμωξαν τους ανθρώπους σε μικρά διαμερίσματα- κελιά, που
χτίστηκαν στη θέση των καλαίσθητων μονοκατοικιών και των ελεύθερων χώρων
πρασίνου. Έτσι, η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων χώρων εν ονόματι της ανάπτυξης
στέρησε από τα παιδιά χώρους παιχνιδιού, απαραίτητου για την ψυχοσωματική τους ισορροπίας,
και υποβάθμισε το φυσικό περιβάλλον και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Σημεία με του κειμένου ειρωνεία:
- «για να προλάβει η πόλη την ανάπτυξη»: Η λέξη ανάπτυξη δίνεται με αρκετή ειρωνεία, αφού στη συνέχεια
την εξισώνει με την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής στην πόλη με τους νέους
όρους ζωής και τα προβλήματα που δημιούργησε.
- «γκαρσονιέρα και μπανιέρα, αντιπαροχή, θερμοσίφωνο και κοινόχρηστα»:
Το νέο λεξιλόγιο του νέου οικιστικού μοντέλου σχολιάζεται με ειρωνικό τόνο.
«παντού
αξιοποίηση»: Φράση με έντονη ειρωνεία, αφού ο αφηγητής μιλά για μια πόλη έρημη
από πάρκα και πράσινο
Μια πόλη χωρίς πρόσωπο...
Χαλασμένες γειτονιές. Το βουνό γύρω μια καμένη προσωπίδα, χωρίς ένδυμα και κόσμημα, κάνει το φως πιο κοφτερό και φωτίζει ανελέητα τις πολυκατοικίες που πληγώνουν τον ουρανό με την ευτέλειά τους, γιατί χτίστηκαν είτε βιαστικά είτε φθηνά και προπάντων για να προλάβει η πόλη την ανάπτυξη, αφού τη δεκαετία του πενήντα, εποχή που οι άλλες πόλεις γνώριζαν τις λέξεις «αντιπαροχή», «γκαρσονιέρα και μπανιέρα», «θερμοσίφωνο και κοινόχρηστα» αυτή άρχισε να παρακμάζει με την εξαφάνιση του καπνεμπορίου που τη στήριζε. Μέσα σε μια δεκαετία, αυτήν του εβδομήντα, ρήμαξε και κατεδάφισε οτιδήποτε παλιό και σοφό έχτισε σιγά σιγά ο χρόνος και οι άνθρωποι για να φορέσει αυτό το κοινό κι αδιάφορο πρόσωπο που δεν έχεις όρεξη ούτε να το κοιτάξεις, γιατί ξέρεις πως δεν κρύβει εκπλήξεις.
Όλα τώρα διαμορφωμένα στην τελική τους μορφή, χωρίς την άλμη του καπνού να γλείφει δρόμους και προσόψεις και με την εντύπωση πως σύντομα θα μας εκδικηθεί το παρελθόν.
Τουλάχιστον να βρεθεί ένας χώρος με λίγη δροσιά να κατοικήσουν εκείνοι οι άνθρωποι με το βουισμένο κεφάλι και τις πληγές στο πρόσωπο που άνοιξαν η νύχτα και ο έρωτας.

Ο απωλεσθείς παράδεισος της παιδικής ηλικίας
Με ποια σημασία ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις
λέξεις «ανάπτυξη» και «αξιοποίηση»; Σε ποια σημεία του κειμένου διακρίνετε
ειρωνική χροιά;
Ο συγγραφέας- αφηγητής χρησιμοποιεί ειρωνικά
τις λέξεις «ανάπτυξη» κι «αξιοποίηση», γιατί τελικά η ανάπτυξη της πόλης
αλλοίωσε τη μορφή και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της και την μετέτρεψε σε μια
απρόσωπη και άχαρη τσιμεντούπολη. Μπορεί οι πολυκατοικίες να πρόσφεραν στους ενοίκους
πολλές ανέσεις, αλλά στρίμωξαν τους ανθρώπους σε μικρά διαμερίσματα- κελιά, που
χτίστηκαν στη θέση των καλαίσθητων μονοκατοικιών και των ελεύθερων χώρων
πρασίνου. Έτσι, η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων χώρων εν ονόματι της ανάπτυξης
στέρησε από τα παιδιά χώρους παιχνιδιού, απαραίτητου για την ψυχοσωματική τους ισορροπίας,
και υποβάθμισε το φυσικό περιβάλλον και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Σημεία με του κειμένου ειρωνεία:
- «για να προλάβει η πόλη την ανάπτυξη»: Η λέξη ανάπτυξη δίνεται με αρκετή ειρωνεία, αφού στη συνέχεια
την εξισώνει με την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής στην πόλη με τους νέους
όρους ζωής και τα προβλήματα που δημιούργησε.
- «γκαρσονιέρα και μπανιέρα, αντιπαροχή, θερμοσίφωνο και κοινόχρηστα»:
Το νέο λεξιλόγιο του νέου οικιστικού μοντέλου σχολιάζεται με ειρωνικό τόνο.

"Παιδί κυνηγούσα το παιχνίδι και αυτό ολοένα γλιστρούσε.
Ζούσα με εικόνες κι αναμνήσεις παιχνιδιού, σχεδόν εξορισμένες εξαιτίας της τοποθεσίας της πόλης, της πυκνής δόμησης και των στενών δρόμων. Πουθενά μια αλάνα, ένας κήπος, ένα στάδιο.
Μόνο στο Φρούριο, όπου πηγαίναμε εκδρομές με το σχολείο και τρέχαμε ανάμεσα σε θρυμματισμένα κανόνια κι ερειπωμένα δεσμωτήρια, σκουριασμένες κρεμάλες κι ανήλιαγες κρυψώνες, προσπαθούσαμε να ξεδιπλώσουμε το μικρό πανωφόρι του παιχνιδιού. Γρήγορα ξεφεύγαμε από την επιτήρηση των δασκάλων, σκαρφαλώναμε στις τάπιες κι από κει παίζαμε με την πόλη, που χανόταν σε μια γλυκιά ομίχλη από φρέσκο ψωμί, λαδομπογιά και καρνάγιο, ιώδιο και κάρβουνο.
Το βράδυ πάλι γινόμασταν συμμορίες και τρέχαμε μ' ένα εεεεεε πίσω από σκυλιά που κουτσαίναν κι έναν τρελό που φορούσε φουρκέτες στο κεφάλι, ενώ οι μεγαλύτεροι μας τρόμαζαν με ιστορίες μακάβριες κάτω από τις σκοτεινιασμένες καμάρες. "
'Στρέφοντας το βλέμμα στα διαζώματα των πολυκατοικιών, που στριμώχνονται και πνίγουν το καμπαναριό του Αϊ-Γιάννη, δεν απορώ που μας παρέδωσαν μια πόλη έρημη από πράσινο και πάρκα. Παντού αξιοποίηση.
Μια γωνιά άφησαν αδειανή για όλες τις ανάγκες κι εκεί στριμώχτηκαν το βόλεϊ, το μπάσκετ, το τένις κι οι κούνιες, λιγοστά παγκάκια, ίχνη καχεκτικής χλόης κι ένα παράθυρο στο ανοιχτό Αιγαίο. Τα πρωινά στο μοναδικό πάρκο συνωστίζονται τα φυλακισμένα παιδιά των γύρω πολυκατοικιών και αγριεύουν στο παιχνίδι. Θυμάσαι, εμείς, κάποτε, ηρεμούσαμε παίζοντας), το μεσημέρι ο ήλιος και η αρμύρα το ξεραίνουν, για να παραδοθεί αργά το βράδυ στην ημιθανή ερημιά της επαρχίας." *Ο συγγραφέας- αφηγητής εστιάζει ιδιαίτερα στην έλλειψη χώρων παιχνιδιού για τα παιδιά, ως αποτέλεσμα της αστικοποίησης, καθώς το παιχνίδι αποτελεί βασικό στοιχείο για την ισορροπημένη ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού. Τα "φυλακισμένα παιδιά" των πολυκατοικιών έχουν χάσει την αθωότητα και την ηρεμία τους, φορτωμένα με τα άγχη των ενηλίκων, και στερούνται τη χαρά και την ανεμελιά του παιχνιδιού, κάτι φυσιολογικό και αναγκαίο δηλαδή, που απολάμβαναν οι συνομήλικοί τους στο παρελθόν.
.
Η αφήγηση ακολουθεί κυκλική τροχιά:
• Το σημερινό πληγωμένο πρόσωπο της πόλης εξαιτίας της καταστροφικής αξιοποίησης.
• Η παλιά πόλη και η αθεράπευτη νοσταλγία του οριστικά χαμένου.
• Τα σημερινά παιδιά, φυλακισμένα στην ασφυκτική - πνιγηρή τσιμεντούπολη.
Το σημερινό πρόσωπο της πόλης: τραυματισμένο, γυμνό, σκληρό, εφιαλτικό, κοινό, αδιάφορο, ευτελές. Πυκνή δόμηση, πολυκατοικίες κακόγουστες – απρόσωπες, στενοί ανήλιαγοι δρόμοι, έλλειψη πρασίνου – χώρων αναψυχής, πολιτιστική αλλοτρίωση, έλλειψη ταυτότητας – μνήμης – σεβασμού στο ιστορικό – κοινωνικό παρελθόν, ισοπεδωτική ομοιομορφία.

Τα συναισθήματα του συγγραφέα: οδύνη, θλίψη, απογοήτευση, οργή, ρομαντική νοσταλγία.
Η στάση του συγγραφέα: καταδίκη σημερινού πολιτισμού, απόρριψη της προόδου με την έννοια της υποταγής του ανθρώπου στην τεχνολογία-καταναλωτισμό, απόρριψη ενός δήθεν μοντερνισμού που απαξιώνει το παρελθόν, την παράδοση, τις τοπικές ιδιαιτερότητες, ειρωνεία στον τρόπο που χρησιμοποιεί τις έννοιες «ανάπτυξη και «αξιοποίηση» ( = υποβάθμιση, κακοποίηση).
Αίτια υποβάθμισης:
Η ευκαιριακή –χωρίς σχεδιασμό, προοπτική, ευαισθησία και σεβασμό στο ιστορικο-κοινωνικό στίγμα της πόλης ανοικοδόμηση στη δεκαετία του 1970. Η λογική του γρήγορου και εύκολου κέρδους, της «αξιοποίησης» κάθε τετραγωνικού μέτρου που οδήγησε σε οικοδομική αναρχία.
Η εκδίκηση του παρελθόντος / συνέπειες :
Οικολογική καταστροφή, ανθυγιεινή διαβίωση, απομάκρυνση από το φυσικό περιβάλλον, μοναξιά, αποξένωση, απουσία προσωπικών σχέσεων, επιθετικότητα, αίσθημα εγκλωβισμού, μόνωση.
Αποτέλεσμα:
Αναδεικνύεται έτσι εντονότερα το συγκινησιακό στοιχείο, η συναισθηματική φόρτιση και η πληγωμένη διάθεση του αφηγητή για την κακοποίηση του παραδοσιακού, ανθρώπινου χαρακτήρα της πόλης του. Αν χρησιμοποιούσε γλώσσα πεζή, καθημερινή και αδιακόσμητη, το αφήγημα θα έμοιαζε περισσότερο δοκιμιακό, τεχνοκρατικό και «αποξηραμένο».
ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΕΩΝ- ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Οι σύγχρονες πόλεις, ιδίως οι μεγαλουπόλεις, αποτελούν πολύπλοκα δομικά- μηχανολογικά συγκροτήματα, με συστήματα εγκαταστάσεων κοινής ωφελείας (ύδρευση, αποχέτευση, θέρμανση, σωληνώσεις φυσικού αερίου, υπόγεια καλώδια και επιφανειακές γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, και μαζικών μέσων μεταφοράς κτλ.), αναγκαίων για την ομαλή λειτουργία της στέγασης και για τις σχέσεις μεταξύ περιοχών κατοικίας, βιομηχανικών επιχειρήσεων,δημοσίων υπηρεσιών, αφετηριών-τερμάτων μεταφορικών μέσων και δημοσίων εμπορικών κέντρων. Το επίπεδο ανέσεων και υπηρεσιών στην πόλη έχει μεγάλη σημασία για την εξασφάλιση υγιεινών, εξυπηρετικών και πολιτισμένων συνθηκών ζωής για τον πληθυσμό. Όλα αυτά όμως δεν έχουν να κάνουν με την ποιότητα της ζωής, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα σε σχέση με τις μεγαλουπόλεις, είναι η αστικοποίηση και ο αστισμός, που δηλώνει τις συνέπειες της αστικοποίησης.
Η αστικοποίηση συνίσταται στη συγκέντρωση, εγκατάσταση και αύξηση του πληθυσμού των μεγάλων αστικών κέντρων και στην αριθμητική αύξηση των πόλεων με ταυτόχρονη εγκατάλειψη και ερήμωση της υπαίθρου. Το φαινόμενο της αστικοποίησης ως συνέπεια της βιομηχανικής κοινωνίας θεμελιώνει μια βίαιη ανατροπή στη σχέση μεταξύ πόλης και υπαίθρου και είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά από το 18 έως τον 21 αιώνα. Η μείωση του αγροτικού πληθυσμού, ο περιορισμός των αγροτικών επαγγελμάτων και η αντικατάστασή τους με βιομηχανικά επαγγέλματα και υπηρεσίες από ένα πληθυσμό που καθημερινά έλκεται από τα αστικά και βιομηχανικά κέντρα, η προσδοκία καλύτερου βιοτικού επιπέδου και η πιθανότητα βελτίωσης της κοινωνικής θέσης, οδήγησαν στην αστυφιλία και τον αστισμό.
Το φαινόμενο όμως αυτό συνοδεύτηκε από την παρουσία των απρόσωπων κοινωνικών σχέσεων, τις μορφές κοινωνικής παθογένειας της ανάπτυξης ή μη οικολογικής και κοινωνικής συνείδησης και την κρίση ταυτότητας. Τα προβλήματα αυτά, σε γενικές γραμμές υπάρχουν σ΄ όλες τις ανεπτυγμένες και περισσότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες του σύγχρονου κόσμου, που μέσα στις μεγαλουπόλεις του ο άνθρωπος φαίνεται να είναι εντέλει ο «μεγάλος απών».
Ο αστισμός εκφράζει τις συνέπειες της αστικοποίησης, που αφορούν τις κοινωνικές σχέσεις και την ποιότητα ζωής των κατοίκων των πόλεων.
Μεταξύ άλλων, τονίζεται η χαλάρωση των κοινωνικών δεσμών, ο απρόσωπος και επιφανειακός χαρακτήρας των σχέσεων, ο έντονος καταμερισμός εργασίας, η ανάπτυξη ιδιαιτέρων κωδίκων συμπεριφοράς, η προσφυγή στα έμμεσα μέσα, η απουσία συναισθηματικών δεσμών, ο ανταγωνισμός και η εκμετάλλευση, η ασάφεια της ταξικής δομής, η τυποποίηση των κοινωνικών ρόλων στις πόλεις κ.α.
Τα μεγάλα προβλήματα στις πόλεις του 21ου αιώνα.
Έχει γίνει πλέον συνείδηση σε όλους του κατοίκους των μεγαλουπόλεων, ότι η ζωή σε αυτές είναι μια πολύ σκληρή υπόθεση. Μια σειρά προβλημάτων,όπως το κυκλοφοριακό,η υποβάθμιση του περιβάλλοντος,η κατάρρευση του κοινωνικού ιστού, η αύξηση της εγκληματικότητας, έχουν πλέον φθάσει σε οριακά σημεία και οδηγούν όλο και περισσότερους αστούς να αναζητήσουν απεγνωσμένα τρόπους φυγής από την πόλη. Οι φυσικοί, οικολογικοί και παραγωγικοί πόροι μέσα στον αστικό ιστό των σύγχρονων πόλεων συρρικνώνονται με αμείωτους ρυθμούς, ενώ τα ευαίσθητα οικοσυστήματα γύρω από αυτές, έχουν φτάσει σε μη ανατρέψιμο σημείο.
Η πολιτιστική κληρονομιά και η αρχιτεκτονική εξαφανίζονται. Η ρύπανση του αέρα, των νερών και του εδάφους αυξάνεται συνεχώς. Τα αυτοκίνητα πολλαπλασιάζονται, προκαλώντας εμφράγματα , στις έτσι και αλλιώς, μπλοκαρισμένες αρτηρίες του οδικού δικτύου.
Μανόλης Βουτυράκης
Φυσικός Περιβαλλοντολόγος
Πρόεδρος του Συλλόγου Προώθησης των Α.Π.Ε. στην Κρήτη (Σ.Π.Α.Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Κ.)


Το φαινόμενο όμως αυτό συνοδεύτηκε από την παρουσία των απρόσωπων κοινωνικών σχέσεων, τις μορφές κοινωνικής παθογένειας της ανάπτυξης ή μη οικολογικής και κοινωνικής συνείδησης και την κρίση ταυτότητας. Τα προβλήματα αυτά, σε γενικές γραμμές υπάρχουν σ΄ όλες τις ανεπτυγμένες και περισσότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες του σύγχρονου κόσμου, που μέσα στις μεγαλουπόλεις του ο άνθρωπος φαίνεται να είναι εντέλει ο «μεγάλος απών».