Εισαγωγικά στοιχεία
«Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα» αποτελεί το
τρίτο από τα εννέα κεφάλαια του βιβλίου του Δημήτρη Χατζή με τίτλο «Το Διπλό Βιβλίο».
Στο «Διπλό Βιβλίο»(1976), το αίτημα της καλύτερης
ζωής οδήγησε τους ανθρώπους στις δεκαετίες 1950 και 1960 μακριά από τα σπίτια
τους, στα εργοστάσια της Κεντρικής Ευρώπης, για να
ζουν σε μικρά κλουβιά, με άθλιες συνθήκες,
δουλεύοντας αδιαμαρτύρητα, ασταμάτητα, σε χώρους
που περισσότερο έμοιαζαν με φυλακές. Ο Δ. Χατζής,
απογοητευμένος και από τη μεταπολεμική κατάσταση
στην Ελλάδα αλλά κι από τη διαμορφωμένη
κατάσταση στον κόσμο, που μοιραία οδηγούν στη
σκλαβιά και στην εξαθλίωση τον καθημερινό
άνθρωπο, εκφράζει τον πόνο του και πολύ
χαρακτηριστικά παρουσιάζει τους «ηττημένους».
" Το Διπλό βιβλίο του Γιαννιώτη συγγραφέα Δ. Χατζή είναι ένα από τα
πλέον ιδιόμορφα μυθιστορήματα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας.Η
μινιμαλιστική, ρεαλιστική του πρόσοψη μουτζουρώνεται από την έντονα
μοντερνιστική επιθυμία του συγγραφέα να περιγράψει σε βάθος το ρευστό, αμφίσημο
χαρακτήρα ενός ήρωα, όπως ο νεοέλληνας της δεκαετίας του ’60. Ο νεοέλληνας
της εποχής παλαντζάρει ανάμεσα στον παρωχημένο, ετοιμόρροπο αγροτικό κόσμο του
παρελθόντος και στον τεχνολογικά υπέρ-εξελιγμένο, οργανωμένο, και
μηχανιστικά δομημένο μετά-νεωτερικό κόσμο, που του γνέφει από απόσταση, φαντάζοντας παράξενος, αφιλόξενος και απόμακρος στα μάτια και στην ψυχοσύνθεσή
του.[…]" "Η αφήγηση περιλαμβάνει τη μοναχική πορεία του Κώστα στη Γερμανία, τις αναμνήσεις του από την μετακατοχική Ελλάδα, την στερημένη ζωή του αριστερού πατέρα του, τις πίκρες της αδελφής του και την απογοήτευση ενός παλιννοστούντα φίλου του σε μια Ελλάδα, που τρεκλίζει από πολιτικές τρικυμίες και κοινωνικές αλλαγές."
Σύμφωνα
με την Ιφιγένεια Τριάντου, πρόκειται για ένα βιβλίο
«σταθμό», το οποίο «κάτω από την απλοϊκή επιφάνεια» κρύβει «μια
σύνθετη πολυπλοκότητα γεμάτη συμβολισμούς και αλληγορίες». Στο σημείωμα της
τελευταίας έκδοσης του βιβλίου, αναφέρεται επίσης ότι Το διπλό βιβλίο είναι
βιβλίο «της μοναξιάς» και «της ελπίδας», που μιλάει για την «συνάντηση»
του παλιού κόσμου με τον καινούργιο.
Στο απόσπασμα διηγείται τι κάνει τα βράδια, όταν έχει τελειώσει τη δουλειά του στο εργοστάσιο (το ΑΟΥΤΕΛ, ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει λάμπες αυτοκινήτων) και επιστρέφει στο φτωχικό δωμάτιό του, στο σπίτι της Φράου Μπάουμ. Ο κεντρικός ήρωας, με λίγα λόγια, είναι ένας Έλληνας μετανάστης, που αναγκάστηκε για οικονομικούς λόγους να ζει σε μια άγνωστη, πολυπολιτισμική χώρα, αδυνατώντας να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους. Βιώνει έτσι την πλήρη μοναξιά και αποξένωση. 
Η υπόθεση του κειμένου
Στο απόσπασμα το πρόσωπο που αφηγείται είναι ο Κώστας, ένας φτωχός Έλληνας μετανάστης, που ζει και εργάζεται ως βιομηχανικός εργάτης στη Γερμανία, στη δεκαετία του 1960.
Σε κάποια σημεία του αποσπάσματος ο Κώστας απευθύνεται σ’ ένα άλλο πρόσωπο· το πρόσωπο αυτό είναι ένας συγγραφέας, που θέλει να γράψει την ιστορία της ζωής του Κώστα.
"Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το τέχνασμα της
εναλλαγής των αφηγηματικών φωνών που επινοεί ο Χατζής, τοποθετώντας ως
έτερο πυλώνα της αφήγησης, μετά τον Κώστα, τον ανώνυμο συγγραφέα του
έργου, τον ίδιο τον εαυτό του, που άλλοτε συνομιλεί με τον ήρωά του και άλλοτε
εξιστορεί τον βίο του για λογαριασμό του."
Δομή του κειμένου
Ο Κώστας διηγείται πως κάθε βράδυ που τελειώνει τη δουλειά του στο εργοστάσιο διασχίζει τη λεωφόρο και σταματά μπροστά στο κατάστημα της ΑΟΥΤΕΛ, του εργοστασίου όπου εργάζεται και το οποίο κατασκευάζει λαμπτήρες. Κοιτάζει προσεκτικά τη βιτρίνα με τις λάμπες, σκέπτεται τον κόπο που έχει καταβάλει για να κατασκευαστούν και πως κάθε μια από αυτές τις λάμπες περιέχει ένα κομμάτι του εαυτού του και των υπόλοιπων εργαζομένων.
2η ενότητα,§3-5:«Αφήνω το κατάστημα… της πολιτείας των ξένων»: Η μοναξιά του αφηγητή μέσα στο αφιλόξενο περιβάλλον.
Περιδιαβαίνοντας τη λεωφόρο, ο αφηγητής παρατηρεί ότι στην πόλη που μένει τίποτα δεν συμβαίνει, τίποτα δεν αλλάζει και όλα μένουν στάσιμα και αναλλοίωτα. Οι ίδιος περπατά πάντα με το κεφάλι σκυμμένο κοιτάζοντας τον κόσμο που περπατά πάνω – κάτω στη λεωφόρο και σκέπτεται πως όλοι τού είναι άγνωστοι και πως εκείνος δεν έχει ούτε προορισμό ούτε πατρίδα. Γι’ αυτό το λόγο αναθέτει στον συγγραφέα να φροντίσει να του τοποθετήσουν κάποτε μια επιτύμβια πλάκα στο σπίτι που μένει και να γράφει πως εκεί έζησε ο πιο ξένος από όλους τους ξένους αυτής την άξενης πόλης.
Ο τίτλος του κειμένου και η βαθύτερη σημασία του
Μάιος 1828. Στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας παράξενος άγνωστος νεαρός... Ήταν ρακένδυτος, με δυσκολία περπατούσε και με δυσκολία μιλούσε... Κρατούσε ένα μόνο γράμμα, που εξηγούσε λίγα πράγματα για τον ίδιο και ήξερε να γράφει μόνο το όνομά του: Κάσπαρ Χάουζερ.
Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, «ο Κάσπαρ Χάουζερ ήταν ένα παιδί που βρέθηκε στη Γερµανία, µέσα στο δάσος. Βρέθηκε - δεν ήρθε. Και µεγαλωµένο πια, παλικάρι, δεν ήξερε να µιλήσει καθόλου - καµιάν ανθρώπινη γλώσσα. Όχι πως ήταν βουβό - να µιλήσει δεν ήξερε. Φαινότανε δηλαδή πως είχε ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, µακριά τους - δεν είχε µιλήσει µε τους ανθρώπους, δεν τους ήξερε. Κανένας δεν έµαθε πώς έζησε τόσα χρόνια, πού κρυβόταν, πως δε βρήκε ποτέ τους ανθρώπους».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως τίτλο του κεφαλαίου το όνομα αυτού του παιδιού με τον προσδιορισμό στην έρημη χώρα, γιατί θεωρεί ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στον ήρωα του τον Κώστα, και στον Κάσπαρ Χάουζερ. Αυτά είναι τα εξής:
-Και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, βρέθηκαν αναγκαστικά σε μια χώρα ξένη, άγνωστοι ανάμεσα σε αγνώστους, όπου όλοι οι άλλοι μιλούν μια γλώσσα που τους είναι ακατανόητη και δεν έχουν κανέναν να τους περιμένει.
-Η χώρα στην οποία υποχρεώνονται να ζήσουν είναι γι αυτούς ουσιαστικά μια έρημη χώρα, αφού δεν επικοινωνούν με τους ανθρώπους και βιώνουν ο καθένας τη δική του μοναξιά.
-Η χώρα στην οποία υποχρεώνονται να ζήσουν είναι γι αυτούς ουσιαστικά μια έρημη χώρα, αφού δεν επικοινωνούν με τους ανθρώπους και βιώνουν ο καθένας τη δική του μοναξιά.
-Και για τους δύο η έννοια πατρίδα είναι ασαφής και ακαθόριστη: Ο Κώστας δεν έχει κανένα δεσμό με την πατρική γη ( "Σαν να ναι το σπίτι μου εδώ, εδώ κι η πατρίδα μου, το κανένα σπίτι μου, η καμιά μου πατρίδα") και ο Κάσπαρ Χάουζερ, μεγαλωμένος στο δάσος σαν αγρίμι, δε νιώθει να ανήκει πουθενά, δεν έχει σπίτι και πατρίδα.
Ο Κώστας: Είναι ο μοναδικός ήρωας και αφηγητής του κειμένου, ένα λαϊκό πρόσωπο που, ζώντας στη Γερμανία ως μετανάστης, συνειδητοποιεί ότι χάνει σιγά σιγά τον εαυτό του και την εθνική του υπόσταση και ταυτότητα. Ζει μονότονα, χωρίς η ζωή του να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον και αδυνατεί να προσαρμοστεί στους ρυθμούς ζωής της ξένης πόλης όπου εργάζεται.
Η αυτοπεποίθηση του είναι χαμηλή και δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, μια μονάδα χαμένη μέσα στο πλήθος των πολλών και των αγνώστων, που η μοναδική του συντροφιά είναι λίγοι συμπατριώτες του μετανάστες, ενώ έχει διακόψει τους δεσμούς με την πατρίδα του.
Η αίσθηση της μοναξιάς που τον διακατέχει τον αναγκάζει να χαράξει ο ίδιος το πικρόχολο, γεμάτο αυτοσαρκασμό και αυτοπεριφρόνηση επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης του.
Σκιαγράφηση του ήρωα
Ο Κώστας: Είναι ο μοναδικός ήρωας και αφηγητής του κειμένου, ένα λαϊκό πρόσωπο που, ζώντας στη Γερμανία ως μετανάστης, συνειδητοποιεί ότι χάνει σιγά σιγά τον εαυτό του και την εθνική του υπόσταση και ταυτότητα. Ζει μονότονα, χωρίς η ζωή του να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον και αδυνατεί να προσαρμοστεί στους ρυθμούς ζωής της ξένης πόλης όπου εργάζεται.
Η αυτοπεποίθηση του είναι χαμηλή και δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, μια μονάδα χαμένη μέσα στο πλήθος των πολλών και των αγνώστων, που η μοναδική του συντροφιά είναι λίγοι συμπατριώτες του μετανάστες, ενώ έχει διακόψει τους δεσμούς με την πατρίδα του.
Η αίσθηση της μοναξιάς που τον διακατέχει τον αναγκάζει να χαράξει ο ίδιος το πικρόχολο, γεμάτο αυτοσαρκασμό και αυτοπεριφρόνηση επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης του.
Μια σχηματική παράσταση του προβλήματος του ήρωα επιχειρείται παρακάτω:

Το παρελθόν του ήρωα: Στο δεύτερο κεφάλαιο του µυθιστορήµατος Tο διπλό βιβλίο ο Χατζής αναπτύσσει το θέµα του ελληνικού παρελθόντος του Κώστα. Καταγόταν από ένα αποµονωµένο χωριό του νοµού Μαγνησίας, τη Σούρπη. ∆εν έµαθε γράµµατα και πριν φύγει µετανάστης στη Γερµανία, εργαζόταν σ’ ένα µικρό εργαστήριο ξυλείας στο Βόλο. Οι γονείς του πέθαναν και η µοναδική αδερφή του παντρεύτηκε κι έφυγε από το πατρικό τους σπίτι. Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Κώστας, έχοντας χάσει τους δεσµούς µε τις ελληνικές καταβολές του, αδυνατεί να προσαρµοστεί στον καινούριο κόσµο. Η ανάμειξη κάθε είδους φυλών, τα µεγάλα πληθυσµιακά µεγέθη και οι ανεξιχνίαστοι για τον ίδιο µηχανισµοί αυτού του κόσµου µεταδίδουν στον Κώστα την αίσθηση ότι η ταπεινή του ύπαρξη εξισώνεται µε τις διαστάσεις ενός µικροβίου και τον οδηγούν στη συναισθηµατική ανάγκη να συντάξει ο ίδιος το πικρόχολο και αυτοσαρκαστικό επίγραµµα της επιτύµβιας στήλης του.
Θεματικά κέντρα
- Η γοητεία του τεχνολογικού εξοπλισμού
- Η απώλεια των ιδιαίτερων στοιχείων της προσωπικότητας του ανθρώπου (πολιτιστικά-εθνικά χαρακτηριστικά)
- Η αίσθηση μικρότητας και αδυναμίας απέναντι στον τεχνοκρατικό πολιτισμό
- Η αποξένωση των ανθρώπων, η διπλή μοναξιά (ξένος στο νέο περιβάλλον-ξένος και από τις ρίζες του), η δυσκολία-αδυναμία προσαρμογής.

Οι σκέψεις του ήρωα στη δεύτερη παράγραφο-καταγραφή της ψυχολογίας του.
«Κοιτάζω, λοιπόν, σαν να κοιτάζω, να ψάχνω μέσα τον εαυτό μου. Κάπου, λέω, πρέπει να βρίσκεται μέσα κι αυτός.» Ο Κώστας συνηθίζει κάθε βράδυ να παρατηρεί τις λάμπες στη βιτρίνα του καταστήματος της ΑΟΥΤΕΛ, αναζητώντας να βρει σε αυτές τον εαυτό του· αναζητώντας να βρει ενδείξεις της δικής του συνεισφοράς. Πρόκειται, ωστόσο, για μια μάταιη προσπάθεια, καθώς στη διαδικασία παραγωγής εργάζονται χιλιάδες άνθρωποι που έχουν ο καθένας από ένα συγκεκριμένο μικρό ρόλο, με αποτέλεσμα κανένας από αυτούς να μην μπορεί να αισθανθεί το τελικό προϊόν ως δικό του δημιούργημα. Έτσι, ο ήρωας απογοητεύεται, εφόσον θεωρεί πως ο καθημερινός του μόχθος εκμηδενίζεται και αφανίζεται κάπου μέσα στις μικρές αυτές λάμπες, χωρίς να του προσφέρεται η αίσθηση της ουσιαστικής προσφοράς· η αίσθηση πως φτιάχνει κάτι, για το οποίο μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος· κάτι το οποίο να έχει τη δική του προσωπική σφραγίδα. Με αυτή, λοιπόν, τη σκέψη κατά νου, ο Κώστας νιώθει εντελώς ασήμαντος και μηδαμινός.
Ο ήρωας που ζει σε μια ξένη χώρα, χωρίς οικογένεια και χωρίς πραγματικούς φίλους, αδυνατεί να βρει κάποιου είδους δικαίωση έστω στον εργασιακό του βίο, με αποτέλεσμα να νιώθει απολύτως ασήμαντος, σαν ένα «μικροβιάκι».
«Το ‘δα σ’ ένα φιλμ την περασμένη βδομάδα, που πήγαμε σινεμά με κάτι Ρωμιούς.» Στη φράση αυτή, που συνιστά αναδρομική αφήγηση, δε θα πρέπει να μας διαφύγει ο γενικόλογος τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στους ανθρώπους που ήταν μαζί του «κάτι Ρωμιούς», ένδειξη πως ο Κώστας δεν τους αισθάνεται ούτε τους θεωρεί φίλους του. Η μοναξιά του είναι σχεδόν απόλυτη.
Γλώσσα: Απλή γλώσσα λόγω της λαϊκής καταγωγής του πρωταγωνιστή. Ωστόσο ο αφηγητής θέλει τον ήρωά του να κάνει και βαθυστόχαστες σκέψεις(μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος).
Ύφος: ρεαλιστικό, παραστατικό, εξομολογητικό.
TEXNIKH – TEXNOTPOΠIA TOY EPΓOY
Ύφος / Μορφή
Το κείμενο είναι δοσμένο με ρεαλισμό και απλότητα. Δεν περιγράφονται γεγονότα ούτε υπάρχει δράση και πλοκή, αλλά επικρατεί ο αφηγηματικός τρόπος γραφής. Ο συγγραφέας επικεντρώνει τη ματιά του στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωά του, που την αποδίδει είτε με συμβολικές εικόνες («Μας έδειχναν μια στάλα νερό… Από μέσα το δικό μου μικροβιάκι πρέπει να με βλέπει κολοσσό… απέξω βλέπω τον εαυτό μου στην πραγματική του διάσταση…») είτε με πικρόχολα και σαρκαστικά σχόλια («Και να φροντίσεις εσύ … να μου βάλουνε κάποτε και μια πλάκα… πως εδώ κατοίκησε κάποτε ο ξενότερος…»
Η γλώσσα του αποσπάσματος είναι η απλή δημοτική εμπλουτισμένη με λαϊκό λεξιλόγιο («σκολάσω», «ρεκλάμες», «αποκεί» «φκιάχνουμε» κ.α.).[...]
Ο συγγραφέας δεν αναλύει ψυχολογικά με λεπτομέρειες τον χαρακτήρα του ήρωά του, αλλά εκφράζει τον ψυχισμό του με σύντομη, άμεση και περιεκτική διατύπωση μαζί με την αξιοποίηση διάφορων εκφραστικών μέσων( εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις κ.α.)
Αφηγηματικοί τρόποι
- Αφήγηση από τον ήρωα σε α πρόσωπο, ο οποίος συμμετέχει στα γεγονότα.
- Περιγραφή της λεωφόρου, της βιτρίνας, της παραγωγής στο εργοστάσιο.
- Μονόλογος, π.χ.οι σκέψεις του όταν φτάνει στη λεωφόρο ή μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος.
- Ιδιότυπος, νοερός διάλογος με κάποιον συγγραφέα, στον οποίο απευθύνεται, για να του γράψει τη ζωή του(αυτό είναι ένα ενδιαφέρον τέχνασμα του Χατζή, ώστε να γνωρίσει ο αναγνώστης τις βαθύτερες σκέψεις του ήρωα).
Χρόνος: Η δεκαετία του 1960, γενικότερα. Ειδικότερα, είναι συνυφασμένος με την καθημερινότητα του ήρωα. Χρονολογική- Γραμμική αφήγηση των γεγονότων, αφού όλα παρουσιάζονται με τη φυσική σειρά που έγιναν. Η παράθεση των σκέψεων του ήρωα προκαλεί κάποιες επιβραδύνσεις.
https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/oi-dromoi-tis-megalis-fygis-twn-ellinwn/
- http://archeia.moec.gov.cy/sm/280/kaspar_chaouzer_chatzis.pdf
- http://filolologikamathhmata.blogspot.com/2014/05/v-behaviorurldefaultvmlo.html
- Βικιπαίδεια
- https://latistor.blogspot.com/2017/12/blog-post_10.html
- https://www.oanagnostis.gr/%CE%B7-%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF/
-Δημήτρης Χατζής, «Εξομολόγηση», περ. Η λέξη, τχ. 6, Ιούλ.-Αύγ. 1981, σσ. 424-425.
-Δημήτρης Χατζής , Το διπλό βιβλίο. Εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 1999, σ. 54.
- Δημήτρης Χατζής, Το διπλό βιβλίο, ό.π., σ. 192.
-Ιφιγένεια Τριάντου, «Η αφηγηματική τεχνική στην πεζογραφία του Δημήτρη Χατζή».Διδακτορική διατριβή. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1997.
-Δημήτρης Χατζής, Το διπλό βιβλίο, ό.π., σ. 196.
-Περικλής Κοροβέσης, «Το τέλος της μικρής μας λογοτεχνίας;» Το δέντρο, τχ. 1, Μάρτιος 1978, σσ. 26-31.