28 Απριλίου, 2020

Δ. Χατζής, Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα


 Εισαγωγικά στοιχεία

   «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα» αποτελεί το τρίτο από τα εννέα κεφάλαια του βιβλίου του Δημήτρη Χατζή με τίτλο «Το Διπλό Βιβλίο». Στο «Διπλό Βιβλίο»(1976), το αίτημα της καλύτερης ζωής οδήγησε τους ανθρώπους στις δεκαετίες 1950 και 1960 μακριά από τα σπίτια τους, στα εργοστάσια της Κεντρικής Ευρώπης, για να ζουν σε μικρά κλουβιά, με άθλιες συνθήκες, δουλεύοντας αδιαμαρτύρητα, ασταμάτητα, σε χώρους που περισσότερο έμοιαζαν με φυλακές. Ο Δ. Χατζής, απογοητευμένος και από τη μεταπολεμική κατάσταση στην Ελλάδα αλλά κι από τη διαμορφωμένη κατάσταση στον κόσμο, που μοιραία οδηγούν στη σκλαβιά και στην εξαθλίωση τον καθημερινό άνθρωπο, εκφράζει τον πόνο του και πολύ χαρακτηριστικά παρουσιάζει τους «ηττημένους».

  " Το Διπλό βιβλίο του Γιαννιώτη συγγραφέα Δ. Χατζή είναι  ένα από τα πλέον ιδιόμορφα μυθιστορήματα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας.Η μινιμαλιστική, ρεαλιστική του πρόσοψη μουτζουρώνεται από την έντονα μοντερνιστική επιθυμία του συγγραφέα να περιγράψει σε βάθος το ρευστό, αμφίσημο χαρακτήρα ενός ήρωα, όπως ο νεοέλληνας της δεκαετίας του ’60. Ο νεοέλληνας της εποχής παλαντζάρει ανάμεσα στον παρωχημένο, ετοιμόρροπο αγροτικό κόσμο του παρελθόντος και στον τεχνολογικά υπέρ-εξελιγμένο, οργανωμένο, και μηχανιστικά δομημένο μετά-νεωτερικό κόσμο, που του γνέφει από απόσταση, φαντάζοντας παράξενος, αφιλόξενος και απόμακρος στα μάτια και στην ψυχοσύνθεσή του.[…]" "Η αφήγηση περιλαμβάνει τη μοναχική πορεία του Κώστα στη Γερμανία, τις αναμνήσεις του από την μετακατοχική Ελλάδα, την στερημένη ζωή του αριστερού πατέρα του, τις πίκρες της αδελφής του και την απογοήτευση ενός παλιννοστούντα φίλου του σε μια Ελλάδα, που τρεκλίζει από πολιτικές τρικυμίες και κοινωνικές αλλαγές."



 Σύμφωνα με την Ιφιγένεια Τριάντου, πρόκειται για ένα βιβλίο «σταθμό», το οποίο «κάτω από την απλοϊκή επιφάνεια» κρύβει «μια σύνθετη πολυπλοκότητα γεμάτη συμβολισμούς και αλληγορίες». Στο σημείωμα της τελευταίας  έκδοσης του βιβλίου, αναφέρεται επίσης ότι Το διπλό βιβλίο είναι βιβλίο «της μοναξιάς» και «της ελπίδας», που μιλάει για την «συνάντηση» του παλιού κόσμου με τον καινούργιο.

  
    Η υπόθεση του κειμένου


  Στο απόσπασμα  το πρόσωπο που αφηγείται είναι ο Κώστας, ένας φτωχός Έλληνας μετανάστης,  που ζει και εργάζεται ως βιομηχανικός εργάτης στη Γερμανία, στη δεκαετία του 1960. 
 Στο απόσπασμα διηγείται τι κάνει τα βράδια, όταν έχει τελειώσει τη δουλειά του στο εργοστάσιο (το ΑΟΥΤΕΛ, ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει λάμπες αυτοκινήτων) και επιστρέφει στο φτωχικό δωμάτιό του, στο σπίτι της Φράου Μπάουμ.  Ο κεντρικός ήρωας,  με λίγα λόγια,  είναι ένας Έλληνας μετανάστης, που αναγκάστηκε για οικονομικούς λόγους να ζει σε μια άγνωστη, πολυπολιτισμική χώρα, αδυνατώντας να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους. Βιώνει έτσι την πλήρη μοναξιά και αποξένωση. 
  Σε κάποια σημεία του αποσπάσματος ο Κώστας απευθύνεται σ’ ένα άλλο πρόσωπο· το πρόσωπο αυτό είναι ένας συγγραφέας,  που θέλει να γράψει την ιστορία της ζωής του Κώστα.
 "Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το τέχνασμα της εναλλαγής των αφηγηματικών φωνών που επινοεί ο Χατζής, τοποθετώντας ως έτερο πυλώνα της αφήγησης, μετά τον Κώστα, τον ανώνυμο συγγραφέα του έργου, τον ίδιο τον εαυτό του, που άλλοτε συνομιλεί με τον ήρωά του και άλλοτε εξιστορεί τον βίο του για λογαριασμό του."


Δομή του κειμένου  

  1η ενότητα,§1-2: «Για να πάω.. το μίνι λαμπιόνι»: Η μονοτονία της ζωής τού αφηγητή και η χαμηλή εκτίμηση για τον εαυτό του.

 Ο Κώστας διηγείται πως κάθε βράδυ που τελειώνει τη δουλειά του στο εργοστάσιο διασχίζει τη λεωφόρο και σταματά μπροστά στο κατάστημα της ΑΟΥΤΕΛ, του εργοστασίου όπου εργάζεται και το οποίο κατασκευάζει λαμπτήρες. Κοιτάζει προσεκτικά τη βιτρίνα με τις λάμπες, σκέπτεται τον κόπο που έχει καταβάλει για να κατασκευαστούν και πως κάθε μια από αυτές τις λάμπες περιέχει ένα κομμάτι του εαυτού του και των υπόλοιπων εργαζομένων.

2η ενότητα,§3-5:«Αφήνω το κατάστημα… της πολιτείας των ξένων»: Η μοναξιά του αφηγητή μέσα στο αφιλόξενο περιβάλλον.

 Περιδιαβαίνοντας τη λεωφόρο, ο αφηγητής παρατηρεί ότι στην πόλη που μένει τίποτα δεν συμβαίνει, τίποτα δεν αλλάζει και όλα μένουν στάσιμα και αναλλοίωτα. Οι ίδιος περπατά πάντα με το κεφάλι σκυμμένο κοιτάζοντας τον κόσμο που περπατά πάνω – κάτω στη λεωφόρο και σκέπτεται πως όλοι τού είναι άγνωστοι και πως εκείνος δεν έχει ούτε προορισμό ούτε πατρίδα. Γι’ αυτό το λόγο αναθέτει στον συγγραφέα να φροντίσει να του τοποθετήσουν κάποτε μια επιτύμβια πλάκα στο σπίτι που μένει και να γράφει πως εκεί έζησε ο πιο ξένος από όλους τους ξένους αυτής την άξενης πόλης.


 Ο τίτλος του κειμένου και η βαθύτερη σημασία του


Μάιος 1828. Στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας παράξενος άγνωστος νεαρός... Ήταν ρακένδυτος, με δυσκολία περπατούσε και με δυσκολία μιλούσε... Κρατούσε ένα μόνο γράμμα, που εξηγούσε λίγα πράγματα για τον ίδιο και ήξερε να γράφει μόνο το όνομά του: Κάσπαρ Χάουζερ.
Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, «ο Κάσπαρ Χάουζερ ήταν ένα παιδί που βρέθηκε στη Γερµανία, µέσα στο δάσος. Βρέθηκε - δεν ήρθε. Και µεγαλωµένο πια, παλικάρι, δεν ήξερε να µιλήσει καθόλου - καµιάν ανθρώπινη γλώσσα. Όχι πως ήταν βουβό - να µιλήσει δεν ήξερε. Φαινότανε δηλαδή πως είχε ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, µακριά τους - δεν είχε µιλήσει µε τους ανθρώπους, δεν τους ήξερε. Κανένας δεν έµαθε πώς έζησε τόσα χρόνια, πού κρυβόταν, πως δε βρήκε ποτέ τους ανθρώπους».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως τίτλο του κεφαλαίου το όνομα αυτού του παιδιού με τον προσδιορισμό στην έρημη χώραγιατί θεωρεί ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στον ήρωα του τον Κώστα, και στον Κάσπαρ Χάουζερ. Αυτά είναι τα εξής:
  -Και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, βρέθηκαν αναγκαστικά σε μια χώρα ξένη, άγνωστοι ανάμεσα σε αγνώστους, όπου όλοι οι άλλοι μιλούν μια γλώσσα που τους είναι ακατανόητη και δεν έχουν κανέναν να τους περιμένει
  -Η χώρα στην οποία υποχρεώνονται να ζήσουν είναι γι αυτούς ουσιαστικά μια έρημη χώρα, αφού δεν επικοινωνούν με τους ανθρώπους και βιώνουν ο καθένας τη δική του μοναξιά
 -Και για τους δύο η έννοια πατρίδα είναι ασαφής και ακαθόριστη: Ο Κώστας δεν έχει κανένα δεσμό με την πατρική γη ( "Σαν να ναι το σπίτι μου εδώ, εδώ κι η πατρίδα μου, το κανένα σπίτι μου, η καμιά μου πατρίδα") και ο Κάσπαρ Χάουζερ, μεγαλωμένος στο δάσος σαν αγρίμι, δε νιώθει να ανήκει πουθενά, δεν έχει σπίτι και πατρίδα.


  
Σκιαγράφηση του ήρωα

  Ο Κώστας: Είναι ο μοναδικός ήρωας και αφηγητής του κειμένου, ένα λαϊκό πρόσωπο που, ζώντας στη Γερμανία ως μετανάστης, συνειδητοποιεί ότι χάνει σιγά σιγά τον εαυτό του και την εθνική του υπόσταση και ταυτότηταΖει μονότονα, χωρίς η ζωή του να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον και αδυνατεί να προσαρμοστεί στους ρυθμούς ζωής της ξένης πόλης όπου εργάζεται.
 Η αυτοπεποίθηση του είναι χαμηλή και δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, μια μονάδα χαμένη μέσα στο πλήθος των πολλών και των αγνώστων, που η μοναδική του συντροφιά είναι λίγοι συμπατριώτες του μετανάστες, ενώ έχει διακόψει τους δεσμούς με την πατρίδα του. 
 Η αίσθηση της μοναξιάς που τον διακατέχει τον αναγκάζει να χαράξει ο ίδιος το πικρόχολο, γεμάτο αυτοσαρκασμό και αυτοπεριφρόνηση επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης του.
 Μια σχηματική παράσταση του προβλήματος του ήρωα επιχειρείται παρακάτω:



Το παρελθόν του ήρωα: Στο δεύτερο κεφάλαιο του µυθιστορήµατος Tο διπλό βιβλίο ο Χατζής αναπτύσσει το θέµα του ελληνικού παρελθόντος του Κώστα. Καταγόταν από ένα αποµονωµένο χωριό του νοµού Μαγνησίας, τη Σούρπη. ∆εν έµαθε γράµµατα και πριν φύγει µετανάστης στη Γερµανία, εργαζόταν σ’ ένα µικρό εργαστήριο ξυλείας στο Βόλο. Οι γονείς του πέθαναν και η µοναδική αδερφή του παντρεύτηκε κι έφυγε από το πατρικό τους σπίτι. Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Κώστας, έχοντας χάσει τους δεσµούς µε τις ελληνικές καταβολές του, αδυνατεί να προσαρµοστεί στον καινούριο κόσµο. Η ανάμειξη κάθε είδους φυλών, τα µεγάλα πληθυσµιακά µεγέθη και οι ανεξιχνίαστοι για τον ίδιο µηχανισµοί αυτού του κόσµου µεταδίδουν στον Κώστα την αίσθηση ότι η ταπεινή του ύπαρξη εξισώνεται µε τις διαστάσεις ενός µικροβίου και τον οδηγούν στη συναισθηµατική ανάγκη να συντάξει ο ίδιος το πικρόχολο και αυτοσαρκαστικό επίγραµµα της επιτύµβιας στήλης του.
   

Θεματικά κέντρα
  • Η γοητεία του τεχνολογικού εξοπλισμού
  • Η απώλεια των ιδιαίτερων στοιχείων της προσωπικότητας του ανθρώπου (πολιτιστικά-εθνικά χαρακτηριστικά)
  • Η αίσθηση μικρότητας και αδυναμίας απέναντι στον τεχνοκρατικό πολιτισμό
  • Η αποξένωση των ανθρώπων, η διπλή μοναξιά (ξένος στο νέο περιβάλλον-ξένος και από τις ρίζες του), η δυσκολία-αδυναμία προσαρμογής.

  

Οι σκέψεις του ήρωα στη δεύτερη παράγραφο-καταγραφή της ψυχολογίας του.

«Κοιτάζω, λοιπόν, σαν να κοιτάζω, να ψάχνω μέσα τον εαυτό μου. Κάπου, λέω, πρέπει να βρίσκεται μέσα κι αυτός.» Ο Κώστας συνηθίζει κάθε βράδυ να παρατηρεί τις λάμπες στη βιτρίνα του καταστήματος της ΑΟΥΤΕΛ, αναζητώντας να βρει σε αυτές τον εαυτό του· αναζητώντας να βρει ενδείξεις της δικής του συνεισφοράς. Πρόκειται, ωστόσο, για μια μάταιη προσπάθεια, καθώς στη διαδικασία παραγωγής εργάζονται χιλιάδες άνθρωποι που έχουν ο καθένας από ένα συγκεκριμένο μικρό ρόλο, με αποτέλεσμα κανένας από αυτούς να μην μπορεί να αισθανθεί το τελικό προϊόν ως δικό του δημιούργημα. Έτσι, ο ήρωας απογοητεύεται, εφόσον θεωρεί πως ο καθημερινός του μόχθος εκμηδενίζεται και αφανίζεται κάπου μέσα στις μικρές αυτές λάμπες, χωρίς να του προσφέρεται η αίσθηση της ουσιαστικής προσφοράς· η αίσθηση πως φτιάχνει κάτι, για το οποίο μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος· κάτι το οποίο να έχει τη δική του προσωπική σφραγίδα. Με αυτή, λοιπόν, τη σκέψη κατά νου, ο Κώστας νιώθει εντελώς ασήμαντος και μηδαμινός.
Ο ήρωας που ζει σε μια ξένη χώρα, χωρίς οικογένεια και χωρίς πραγματικούς φίλους, αδυνατεί να βρει κάποιου είδους δικαίωση έστω στον εργασιακό του βίο, με αποτέλεσμα να νιώθει απολύτως ασήμαντος, σαν ένα «μικροβιάκι».

«Το ‘δα σ’ ένα φιλμ την περασμένη βδομάδα, που πήγαμε σινεμά με κάτι Ρωμιούς.» Στη φράση αυτή, που συνιστά αναδρομική αφήγηση, δε θα πρέπει να μας διαφύγει ο γενικόλογος τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στους ανθρώπους που ήταν μαζί του «κάτι Ρωμιούς», ένδειξη πως ο Κώστας δεν τους αισθάνεται ούτε τους θεωρεί φίλους του. Η μοναξιά του είναι σχεδόν απόλυτη.


  Γλώσσα: Απλή γλώσσα λόγω της λαϊκής καταγωγής του πρωταγωνιστή. Ωστόσο ο αφηγητής θέλει τον ήρωά του να κάνει και βαθυστόχαστες σκέψεις(μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος).

Ύφος: ρεαλιστικό, παραστατικό, εξομολογητικό.




 TEXNIKH – TEXNOTPOΠIA TOY EPΓOY

 Ύφος / Μορφή
Το κείμενο είναι δοσμένο με ρεαλισμό και απλότητα. Δεν περιγράφονται γεγονότα ούτε υπάρχει δράση και πλοκή, αλλά επικρατεί ο αφηγηματικός τρόπος γραφής. Ο συγγραφέας επικεντρώνει τη ματιά του στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωά του, που την αποδίδει είτε με συμβολικές εικόνες («Μας έδειχναν μια στάλα νερό… Από μέσα το δικό μου μικροβιάκι πρέπει να με βλέπει κολοσσό… απέξω βλέπω τον εαυτό μου  στην πραγματική του διάσταση…») είτε με πικρόχολα και σαρκαστικά σχόλια («Και να φροντίσεις εσύ … να μου βάλουνε κάποτε και μια πλάκα… πως εδώ κατοίκησε κάποτε ο ξενότερος…»
 Η γλώσσα του αποσπάσματος είναι η απλή δημοτική εμπλουτισμένη με λαϊκό λεξιλόγιο («σκολάσω», «ρεκλάμες», «αποκεί» «φκιάχνουμε» κ.α.).[...]
 Ο συγγραφέας δεν αναλύει ψυχολογικά με λεπτομέρειες τον χαρακτήρα του ήρωά του, αλλά εκφράζει τον ψυχισμό του με σύντομη, άμεση και περιεκτική διατύπωση μαζί με την αξιοποίηση διάφορων εκφραστικών μέσων( εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις κ.α.)

  
Αφηγηματικοί τρόποι
  • Αφήγηση από τον ήρωα σε α πρόσωπο, ο οποίος συμμετέχει στα γεγονότα.
  • Περιγραφή της λεωφόρου, της βιτρίνας, της παραγωγής στο εργοστάσιο.
  •  Μονόλογος, π.χ.οι σκέψεις του όταν φτάνει στη λεωφόρο ή μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος.
  • Ιδιότυπος, νοερός διάλογος με κάποιον συγγραφέα,  στον οποίο απευθύνεται, για να του γράψει τη ζωή του(αυτό είναι ένα ενδιαφέρον τέχνασμα του Χατζή, ώστε να γνωρίσει ο αναγνώστης τις βαθύτερες σκέψεις του ήρωα).


Χρόνος: Η δεκαετία του 1960, γενικότερα. Ειδικότερα, είναι συνυφασμένος με την καθημερινότητα του ήρωα. Χρονολογική- Γραμμική αφήγηση των γεγονότων, αφού όλα παρουσιάζονται με τη φυσική σειρά που έγιναν. Η παράθεση των σκέψεων του ήρωα προκαλεί κάποιες επιβραδύνσεις.

 Πηγές:

  https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/oi-dromoi-tis-megalis-fygis-twn-ellinwn/
http://archeia.moec.gov.cy/sm/280/kaspar_chaouzer_chatzis.pdf
- http://filolologikamathhmata.blogspot.com/2014/05/v-behaviorurldefaultvmlo.html
- Βικιπαίδεια
- https://latistor.blogspot.com/2017/12/blog-post_10.html
https://www.oanagnostis.gr/%CE%B7-%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF/


-Δημήτρης Χατζής, «Εξομολόγηση», περ. Η λέξη, τχ. 6, Ιούλ.-Αύγ. 1981, σσ. 424-425.
-Δημήτρης Χατζής , Το διπλό βιβλίο. Εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 1999, σ. 54.
Δημήτρης Χατζής, Το διπλό βιβλίο, ό.π., σ. 192.
 -Ιφιγένεια Τριάντου, «Η αφηγηματική τεχνική στην πεζογραφία του Δημήτρη Χατζή».Διδακτορική διατριβή. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1997.
 -Δημήτρης Χατζής, Το διπλό βιβλίο, ό.π., σ. 196.
 -Περικλής Κοροβέσης, «Το τέλος της μικρής μας λογοτεχνίας;» Το δέντρο, τχ. 1, Μάρτιος 1978, σσ. 26-31.



27 Απριλίου, 2020

Έλλη Αλεξίου, Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν

 
   Στο διήγημά της αυτό, η Έλλη Αλεξίου περιγράφει τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια και την ανέχεια που έχουν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι μετά τον πόλεμο και τον Eμφύλιο(1946-1949). Η οικογένεια, που μας παρουσιάζεται εδώ, έχει να αντιμετωπίσει τη μεγάλη φτώχεια, που προκαλεί η έλλειψη εργασίας για τη μητέρα αλλά και την απουσία του πατέρα, ο οποίος έχει σταλεί στην εξορία και συνεπώς δεν μπορεί να συνεισφέρει τίποτα στο σπίτι του. Η μητέρα των παιδιών έχει να φροντίσει δυο μικρά παιδιά μόνη της. Αποφασίζει λοιπόν να βγει στο δρόμο να ζητιανέψει, ελπίζοντας στη γρήγορη επιστροφή του άντρα της και τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης. Τα δυο μικρά παιδιά της δε νιώθουν τη δεινή οικονομική θέση στην οποία βρίσκονται, ακολουθούν όμως με ωριμότητα κι εμπιστοσύνη τη μαμά και ονειρεύονται ν’ αποκτήσουν τα παιχνίδια της βιτρίνας, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά. Ο  "σιδερόδρομος" της βιτρίνας είναι το πιο ακριβό παιχνίδι, τα παιδικά όμως όνειρα δε μπορούν να σταματήσουν εκεί, περιμένουν τον ερχομό του μπαμπά για να τους τον αγοράσει.


ΘΕΜΑ: Το απραγματοποίητο όνειρο των παιδιών για το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι εξαιτίας της εξορίας του πατέρα και της άθλιας οικονομικής κατάστασης της οικογένειας στη μετα-εμφυλιακή Ελλάδα.




ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ 
· Δύσκολες συνθήκες της μεταπολεμικής εποχής.
· Μονογονεική οικογένεια/το πρόβλημα της επιβίωσης 
· Παιδική αθωότητα και σκληρή πραγματικότητα.



 ΒΑΣΙΚΗ ΙΔΕΑ: Οι συνέπειες του Εμφυλίου και της εξορίας στην καθημερινότητα της οικογένειας και στην ψυχολογία των παιδιών.

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ο  τίτλος του ποιήματος αντιπροσωπεύει το περιεχόμενό του. Η λαχτάρα των παιδιών για το παιχνίδι της βιτρίνας συντηρείται από την προσδοκία της επανόδου του εξόριστου πατέρα . Το παιχνίδι που δεν αγοράζεται τελικά επιβεβαιώνει περίτρανα τον τίτλο, γιατί ο μπαμπάς δεν ήρθε ποτέ

 Είδος: 
 Το κείμενο αυτό είναι ένα διήγημα. 
Εντοπίζουμε στο Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων τα χαρακτηριστικά του διηγήματος.





ΤΕΧΝΙΚΗ:   

- τριτοπρόσωπη  αφήγηση από έναν αφηγητή που δε συμμετέχει στην ιστορία που αφηγείται. - Ο αφηγητής δεν έχει συγκεκριμένη οπτική γωνία αλλά μπορεί να βρίσκεται παντού και να τα παρακολουθεί όλα -> Παντογνώστης αφηγητής.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ:

-Αφήγηση σε γ΄πρόσωπο από έναν παντογνώστη αφηγητή.- Αφηγηματικές αναδρομές που φανερώνουν την οικονομική ανέχεια της οικογένειας στο παρελθόν.
- Διάλογος: ανάμεσα στη μητέρα και στα παιδιά αποκαλύπτει την παιδική αφέλεια.  Από τη μια τα παιδιά ζουν στο δικό τους όμορφο κόσμο και επιθυμούν παιχνίδια όπως είναι φυσικό. 
Δεν  αντιλαμβάνονται το μέγεθος της κατάστασης στην οποία βρίσκονται και η αγνότητα της ψυχής τους φαίνεται από την αγάπη τους για τα παιχνίδια. 
 διάλογος ανάμεσα στα παιδιά αποκαλύπτει τον αυθορμητισμό των παιδιών και την έλλειψη πολλές φορές ευγενικών τύπων συμπεριφοράς.           
 - Περιγραφές. 
Η ρεαλιστική περιγραφή  της εξωτερικής εμφάνισης των παιδιών
 δείχνει την τραγική κατάσταση της οικογένειας.
Η λεπτομερής περιγραφή του σιδηρόδρομου αποκαλύπτει τον 
ψυχικό κόσμο των παιδιών.


ΓΛΩΣΣΑ: Απλή δημοτική με λεξιλόγιο της καθημερινής ομιλίας.Γίνεται χρήση λανθασμένων γραμματικών τύπων καθώς και λαϊκών λέξεων, δείγμα του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου της μητέρας.

ΥΦΟΣ: Απλό και ζωηρό, λυρικό, γεμάτο αφέλεια και ζωντάνια.



 ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ: - Μεταφορές § 4 «Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος», § 5 «Ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, χωρίς να γκρεμίζεται …να σου τον και ξετρυπώνει από την άλλη μεριά της βιτρίνας, και ξαναρχίζει τα ίδια…», § 12 «Ευτυχώς που κι ο σιδερόδρομος δεν είχε φύγει από τη βιτρίνα…Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος», § 14 «Γιατί αυτός είχε έρθει στον κόσμο, μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά, και τώρα αντί για χαρά, τους είχε δώσει στενοχώρια», § 15 «…θα’ χουν γεμίσει τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια». - Επαναλήψεις §1 & 2 «Θα πάω να σταθώ στην οδός Αιόλου» - «Θα σταθώ στην οδός Αιόλου», § 4 «Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος. – Και πότε θα σφίξει ο κόσμος;», «- Άμα βγει ο ήλιος. – Κι αν δε βγει ο ήλιος, δε θα πάμε;», § 6 «Δεν μπορούμε να τ’ αγοράσουμε μεις…- Όσα κι αν πιάσουμε, δεν μπορούμε….- Πότε θα μπορέσουμε;», «- Άμα έρθει ο μπα- μπάς σου….- Πότε θα’ ρθει ο μπαμπάς μου;», «- Θα τον αφήσουν πριν από την Πρωτοχρονιά;…- Ναι…ναι…πριν από την Πρωτοχρονιά», «- Να του το πεις όμως και συ… - Ναι…ναι…θα του το πω», § 12 «Μα οι μέρες περνούσαν. Πέρασε κι η Πρωτοχρονιά»,§ 12 & 14 «Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος» - «Κι ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος», § 13 & 15 «Δεν τους άφησαν οι κακοί άνθρωποι» - «θα’ χουν φύγει οι κακοί άνθρωποι». - Εικόνες (Περιγραφές προσώπων, τοπίων, αντικειμένων): § 5 «Ήταν ένας σιδερόδρομος...και ξαναρχίζει τα ίδια…», § 9 «Τα παιδιά στράφηκαν…ως την οδό Αιόλου», § 12 «Μα οι μέρες περνούσαν….Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος». Αντιθέσεις (Λεκτικές / Νοηματικές): § 13 «- Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας από την εξορία» - «Κανένας όμως μπαμπάς δεν ήρθε από την εξορία», § 14 «μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά» - «τους είχε δώσει στενοχώρια», § 15 «θα’ χουν φύγει οι κακοί άνθρωποι» - «κι οι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει», «θα’ χουν γεμίσει» - «τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια». 


ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ: - Αναπαράσταση των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής, όπως επιδρούν στην οικογενειακή ζωή και ιδιαίτερα στην ψυχολογία των παιδιών. - Η φτώχεια πέρα από άλλες αιτίες οφείλεται και στην ανώμαλη πολιτική κατάσταση που οδηγούσε ανθρώπους στην εξορία, με αποτέλεσμα οι οικογένειές τους να φτάνουν στα όρια της αντοχής τους.


 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Η μητέρα του κειμένου ανταποκρίνεται στο πρότυπο της ιδανικής μάνας, που συνδυάζει την αγάπη με το ψυχικό σθένος και μεγαλείο. Είναι χαρακτηριστική εκπρόσωπος της Ελληνίδας μάνας  της μεταπολεμικής Ελλάδας, που έχει να αντιπαλέψει τη φτώχεια και τον εθνικό διχασμό(εμφύλιος πόλεμος) με μοναδικά  όπλα την υπομονή, την ψυχική δύναμη, την αγάπη, την ψυχραιμία και την αυτοθυσία. Ο πατέρας είναι απών και έτσι εκείνη αγωνίζεται διπλά για την επιβίωση της οικογένειας. Συντηρεί μία μονογονεϊκή οικογένεια ως μάνα και ως πατέρας. Δε διστάζει ακόμη και να ζητιανέψει παραμερίζοντας την περηφάνια της. Κρατά αξιοπρεπή στάση και δεν ξεσπά σε κλάματα. Πάντα βάζει ως προτεραιότητα τα παιδιά της και τις βασικές ανάγκες τους, παραμερίζοντας την περηφάνεια της. Αν και βρίσκεται σε τραγική θέση(της λείπει ο άντρας της στην εξορία, πονά και αγωνιά), δεν παραπονιέται στα παιδιά της, ούτε τα επιβαρύνει με τις δικές της ανησυχίες. Δεν τους κρύβει  την πραγματικότητα, όμως τους δίνει ελπίδα και αισιοδοξία ότι ο μπαμπάς τους θα γυρίσει, απαλύνοντας το αίσθημα ανασφάλειας που νιώθουν με όπλα την αγάπη και το διάλογο. Δίνει ειλικρινή απάντηση στις εύλογες  απορίες τους για την τύχη του πατέρα τους με απλό και κατανοητό τρόπο. Είναι μια ηρωίδα, ένα στήριγμα της οικογένειας, ένας άνθρωπος μαχητικός, περήφανος, γεμάτος αγάπη και αγωνιστικότητα.

 


 Ο συμβολισμός του "σιδερόδρομου: Ο σιδηρόδρομος αποτελούσε μια δυνατότητα των παιδιών να ξεφύγουν από τη σκληρή πραγματικότητα, ένα παιδικό όνειρο, η δυνατότητα να νιώσουν το πνεύμα των ημερών και να παίξουν ξέγνοιαστα.



Η εικόνα των παιδιών μπροστά στη βιτρίνα στο τέλος του κειμένου 
Η λυρική περιγραφή των παιχνιδιών που πουλήθηκαν ή που ακόμη βρίσκονται εκεί δίνει μια ευαισθησία στο αφήγημα που έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες των παιδιών που τελικά δεν ικανοποιήθηκαν.


Η επανάληψη της φράσης και ο μπαμπάς δεν ερχόταν κάνει ακόμη πιο δραματική την κατάσταση των 
παιδιών.Ούτε όμως και τα άλλα παιδιά μπόρεσαν να αγοράσουν το σιδηρόδρομο. 
Η ωριμότητα των παιδιών αυτών φαίνεται μέσα από   τα επιχειρήματα που παρουσιάζουν.
 Η φτώχεια, οι αρρώστιες και τα μετεμφυλιακά  χρόνια είναι κοινά στοιχεία στη ζωή όλων των παιδιών. Οι δύσκολες συνθήκες ωριμάζουν την παιδική σκέψη και ψυχή.

Στο τέλος η μητέρα μιλάει με λόγια παρηγορητικά και προσπαθεί να ανακουφίσει τις πληγωμένες ψυχές  

των παιδιών της και τους δίνει ελπίδα που είναι και το μοναδικό φάρμακο σε τέτοια προβλήματα.




Ενδεικτικές εργασίες δημιουργικής γραφής
1/ Να δώστε ένα διαφορετικό τέλος στο κείμενο, με τον πατέρα να επιστρέφει από την εξορία.
2/ Υποθέστε ότι είστε το ένα από τα παιδιά και καταγράφετε στο ημερολόγιό σας τις σκέψεις και τα συναισθήματα από τη δύσκολη πραγματικότητα που βιώνετε.



  α) Από το ημερολόγιο του Πέτρου


Αγαπημένο μου ημερολόγιο,                    Αθήνα, 20 Δεκεμβρίου 191949
   Είμαι τόσο χαρούμενος! Η μαμά μάς πήγε σήμερα στην οδός Αιόλου για να ζητιανέψουμε. Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ, ούτε και η Αγγελικούλα μας δεν πολυκαταλάβαμε τι ακριβώς θα κάναμε… Αλλά μόλις άκουσα τον προορισμό μας ξετρελάθηκα! Στο μυαλό μου ήρθε αμέσως αυτός ο τέλειος σιδερόδρομος που είναι εκεί, σε μία βιτρίνα. Όλα τα παιδιά στο σχολείο μιλάνε γι’ αυτόν και λαχταρούν να τον αποκτήσουν… Παρακάλεσα κι εγώ τη μαμά να μου τον αγοράσει, αλλά μου είπε ότι, επειδή κοστίζει πολλά λεφτά, θα μπορέσουμε να τον πάρουμε όταν έρθει ο μπαμπάς μου από την εξορία, λογικά πριν από την Πρωτοχρονιά. Δεν τον θυμάμαι σχεδόν καθόλου τον μπαμπά, αλλά νιώθω ότι μου λείπει… 
   Όταν φτάσαμε λοιπόν στην οδός Αιόλου, έπιασα σαν καλός αδερφός την Αγγελικούλα από το χέρι, για να μη χαθούμε μέσα στον κόσμο, και τρέξαμε στη βιτρίνα. Ανυπομονούσα να δω κι εγώ αυτόν τον περίφημο σιδερόδρομο από κοντά. Φοβόμουν κιόλας μήπως κάποιος είχε προλάβει και τον είχε αγοράσει. Ευτυχώς όμως ήταν εκεί, να κόβει βόλτες καμαρωτός, με τα φωτάκια του να αναβοσβήνουν… Ήταν τόσο μαγικό το θέαμα! Δεν ξέρω πόση ώρα τον κοίταζα με το στόμα ανοιχτό να κάνει την ίδια βόλτα ξανά και ξανά. Δε βαριόσουν να τον βλέπεις ποτέ! Άλλωστε, μπορεί προς το παρόν να μην έχουμε τη δυνατότητα να τον αγοράσουμε, αλλά είναι δωρεάν το να τον χαζεύουμε!
   Η μαμά μας είπε ότι και αύριο θα ξαναπάμε στην οδός Αιόλου. Θα τρέξω κατευθείαν στον σιδερόδρομο… Μακάρι να γυρίσει ο μπαμπάς σύντομα και να μου τον αγοράσει, πριν τον πάρει κανένα άλλο παιδί.



Αγαπητό μου ημερολόγιο,                            Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 1949
  
   Εκεί που παίζαμε ωραία και καλά με την Αγγελικούλα, η μαμά μας είπε ότι αύριο θα πάει στην οδό Αιόλου να ζητιανέψει και ότι θα μας πάρει κι εμάς μαζί της! Καταχάρηκα, γιατί θα πω τα κάλαντα μαζί με την αδελφή μου (όλο και κάποιος θα μας δώσει καμιά δεκάρα!), αλλά και γιατί θα δούμε τα παιχνίδια στις βιτρίνες. Η μαμά όμως δεν ήταν καθόλου χαρούμενη… Η καημένη, εργάζεται συνήθως σκληρά και γυρνάει στο σπίτι πολύ κουρασμένη. Τον τελευταίο καιρό βέβαια δε δουλεύει πια, αλλά είναι πιο στεναχωρημένη. Τις προάλλες την άκουσα να σιγομουρμουρίζει πως δεν πάει άλλο…
   Πάντως, εγώ πιστεύω ότι θα βγάλουμε αρκετά λεφτά, αυτή κι εμείς, στην οδό Αιόλου και θα πάρουμε και τον σιδηρόδρομο που θέλω τόσο… Είναι το καλύτερο παιχνίδι απ’ όλα, αλήθεια! Πιάνει όλη τη βιτρίνα και μοιάζει σαν τα αληθινά τα τρένα. Κάνει γύρους, ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, περνάει πάνω από γέφυρες, μπαίνει σε ένα τούνελ και χάνεται από τα μάτια σου, ώσπου, τσουπ, ξαναεμφανίζεται από την άλλη πλευρά της βιτρίνας! Η μαμά λέει πως είναι πολύ ακριβός και πως δε θα φτάσουν τα λεφτά που θα μαζέψουμε στην Αιόλου, μα θα ’ρθει ο μπαμπάς πριν από την Πρωτοχρονιά και θα μας τον αγοράσει. Αυτά θα είναι τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής μου!






Αγαπητό μου ημερολόγιο,                                  Αθήνα, 4 Γενάρη 1949     
   
Πέρασαν τα Χριστούγεννα. Πέρασε κι η Πρωτοχρονιά, κοντεύουνε τα Φώτα. Ο μπαμπάς δεν ήρθε. Δεν τον άφησαν οι κακοί άνθρωποι… Αν ερχόταν, θα μας αγόραζε τον σιδηρόδρομο και η μαμά δε θα χρειαζόταν να ξαναζητιανέψει. Θα κάναμε γιορτές όλοι μαζί. Δε θα τον περιμέναμε πια, ούτε θα τρέχαμε με την αδελφούλα μου κάθε φορά που χτυπάει η εξώπορτα να ανοίξουμε όλο λαχτάρα, μήπως και είναι αυτός. Η Αγγελικούλα ξεγελάστηκε με μια πάνινη κουκλίτσα που της έφτιαξε η μαμά και ξέχασε την κούκλα που ζητούσε, αλλά εγώ είμαι πολύ απογοητευμένος… 
   Μα η μαμά είπε πως του χρόνου όλα θα ’χουν αλλάξει! Θα ’χουν φύγει οι κακοί άνθρωποι, οι καλοί μπαμπάδες θα έχουν έρθει πάλι κοντά μας και το σπίτι μας θα γεμίσει ευτυχία και χαρά… Την πιστεύω!


  β) Από το ημερολόγιο της Αγγελικούλας



Αγαπητό μου ημερολόγιο,                        Αθήνα, 22 Δεκέμβρη 1949
   Το πρωί, στον ύπνο μου σχεδόν, άκουσα κάτι σαν κλάμα. Ανήσυχη, φώναξα τη μαμά, που με αγκάλιασε και μου είπε πως δεν κλαίει κανένας και πως θα το είδα σε ένα κακό όνειρο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα όμως… Ίσως κι αυτή να μην κοιμήθηκε καλά. Κάθε χρόνο στις γιορτινές μέρες τη ζητούσανε στα σπίτια είτε για να πλύνει, είτε για να ασπρίσει, αλλά φέτος τίποτα… Έτσι μας είπε από χθες ότι θα μας πάρει μαζί της στο κέντρο της Αθήνας. Αυτή θα ζητιανέψει κι εμείς θα χαζέψουμε τον κόσμο και τις στολισμένες βιτρίνες. 
   Αφού είχα ξυπνήσει πια, ανυπομονούσα να φύγουμε, να βγούμε και λίγο από το σπίτι, αλλά ο Πέτρος χουζούρευε κουκουλωμένος στο κρεβάτι του και η μαμά δε βιαζόταν. Μου είπε πως θα πάμε πιο μετά, άμα φωτίσει και σφίξει ο κόσμος, γιατί πρωί πρωί κάνει πολύ κρύο, δε βγαίνει κανένας και θα ξεπαγιάσουμε άδικα. Όταν λοιπόν βγήκε ο ήλιος, φάγαμε το ψωμάκι μας και ξεκινήσαμε από το σπίτι μας, που είναι στου Ζωγράφου, να πάμε στην οδό Αιόλου με τα πόδια. Η μαμά μας έντυσε όσο καλύτερα μπορούσε, για να μην κρυώνουμε. Στον Πέτρο έδωσε να φορέσει ένα παλιό μαύρο σακάκι. Ήταν λίγο μπαλωμένο, αλλά δεν πειράζει, γιατί ήταν αρκετά χοντρό και, μαζί με το μαύρο του κασκόλ, θα τον κρατούσε ζεστό. Αλλά κι εμένα μου φόρεσε αρκετά ρούχα, το ένα πάνω στο άλλο, και μετά με διπλοτύλιξε σαν ντολμαδάκι με ένα χοντρό σκούρο σάλι δικό της και μου το έδεσε με ένα κορδόνι κάτω από τα χέρια. Με όλα αυτά τα ρούχα δεν κρύωνα και τόσο, αλλά η αλήθεια είναι πως δυσκολευόμουν κάπως να κινηθώ. Τα ρούχα μας ήταν πεντακάθαρα, αλλά τα αρβυλάκια μας, μέχρι να φτάσουμε στην οδό Αιόλου, είχαν γεμίσει λάσπες.
   Με το που φτάσαμε, η μαμά στάθηκε σε μια γωνιά κι εμάς μας άφησε να κάνουμε βόλτες, αρκεί να είμαστε πιασμένοι χέρι - χέρι και να μην απομακρυνθούμε. Αμέσως ο Πέτρος με τράβηξε μαζί του προς τη βιτρίνα με αυτόν τον σιδηρόδρομο που έχει ξετρελάνει όλα τα αγόρια. Κι εκεί είναι που κοντέψαμε να χαθούμε… Σε μια άλλη βιτρίνα είδα μια τέλεια κούκλα! Ήταν πίσω από το τζάμι βέβαια, αλλά φαινότανε πολύ καθαρά, γι’ αυτό και σταμάτησα για να τη δω καλύτερα. Είχε ξανθά σγουρά μαλλάκια, κουνούσε το κεφάλι της δεξιά - αριστερά και τα ματάκια της ανοιγόκλειναν, σαν να ήταν ζωντανή! Ο αδελφός μου δε με άφησε να τη θαυμάσω όσο θα ήθελα, αλλά μου υποσχέθηκε πως θα ξαναπεράσουμε από εκεί, αφού δούμε και τον σιδηρόδρομο. 
   Να ’μαστε κι εμείς λοιπόν μπροστά από τη βιτρίνα, όπου είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά που σκουντιόταν ποιο θα βγει μπροστά και γινόταν χαμός! Όλα έλεγαν πώς θα αποκτήσουν το πολυπόθητο τρενάκι. Ο γιος ενός καθηγητή έλεγε ότι θα του το πάρει ο μπαμπάς του. Ένα αγοράκι, που μου φάνηκε αδυνατούλικο και χλωμό, είπε ότι θα του το πάρει ο νονός του, που είναι σωφέρης. Κάποιο άλλο παιδί έλεγε ότι όλοι οι συγγενείς του μαζί θα βάλουν λεφτά για να του το αγοράσουν. Πετάχτηκε κι ο Πέτρος και είπε ότι θα εμάς θα μας το πάρει ο μπαμπάς μας, που θα γυρίσει από την εξορία πριν την Πρωτοχρονιά. Τι να πεις; Αγόρια… 
   Εμένα με νοιάζει περισσότερο η όμορφη κουκλίτσα που είδα και ακόμα πιο πολύ το να έρθει κοντά μας ο μπαμπάς, για να μην κλαίει πια η μαμά… Αυτά θέλω, καλό μου ημερολόγιο, για τα Χριστούγεννα!



  Πηγές:

     http://alexgger.blogspot.com/2014/12/blog-post_20.html
     http://2stav-glossa.blogspot.com/2013/12/blog-post_4.html

      http://filoi-tou-logou.blogspot.com/2019/09/blog-post_4.html

26 Απριλίου, 2020

Ά. Τσέχωφ, Ένας αριθμός


    Στο σύντομο αυτό διήγημα του Τσέχωφ «Ένας αριθμός» η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο ανθρώπινο τύπο που  δεν τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και συχνά πέφτει θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης. O Τσέχωφ σκιαγραφεί με απλό και ευτράπελο τρόπο την παθητική ψυχολογία, η οποία χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τη γυναικεία συμπεριφορά τα παλαιότερα χρόνια. 
   Στο κείμενο αυτό ο συγγραφέας με απλό και κάπως αστείο τρόπο παρουσιάζει το πρόβλημα της οικονομικής εκμετάλλευσης των φτωχότερων ανθρώπων από τους ισχυρούς, κάτι που ήταν πολύ συνηθισμένο στην τσαρική  Ρωσία της εποχής του Τσέχωφ, όπου τα κύρια χαρακτηριστικά ήταν η φτώχεια και η εξαθλίωση. 
  Ο συγγραφέας έζησε κατά την εποχή όπου η τσαρική Ρωσία γνώριζε τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Οι λαϊκές μάζες ταλαιπωρούνταν από τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, ενώ παράλληλα η ηθική χαλάρωση αποτελούσε το στοιχείο της εποχής του. Έτσι, τα έργα του έγιναν ένας ύμνος στις ανθρωπιστικές αξίες, τις οποίες ήθελε να δει να ξανακερδίζουν τη θέση τους στις ανθρώπινες συμπεριφορές.
  Αυτό όμως που προβάλλεται ιδιαίτερα έντονα στο κείμενο είναι η παθητική στάση της νεαρής δασκάλας , της Ιουλίας, για να τονίσει ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι άνθρωποι ευθύνονται για το γεγονός ότι πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης.
  Ο Τσέχωφ μέσα από το κείμενο αυτό δίνει ένα μήνυμα και μία προτροπή προς τους ανθρώπους να είναι περισσότερο αγωνιστικοί, δυναμικοί και να διεκδικούν τα δικαιώματα τους,  γιατί αλλιώς θα πέσουν θύματα κάποιων σκληρών και αδίστακτων ανθρώπων. Οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι, σύμφωνα με το συγγραφέα, δεν πρέπει να έχουν δουλική συμπεριφορά ούτε να είναι παθητικοί και αδρανείς,  αλλά να έχουν αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμό και αυτοπεποίθηση.




Θεματικά κέντρα του αφηγήματος: 

 α)Η δειλή και παθητική συμπεριφορά της εργαζόμενης. 
β)Η  ψυχολογική πίεση και η εκμετάλλευσή της από τον εργοδότη της.  
γ)Η  φάρσα του αφεντικού.    



ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
O εργοδότης της δασκάλας:  Στην αρχή, φαινομενικά,  επιθετικός, αυταρχικός, παράλογος, σκληρός, άκαρδος, χωρίς συναισθήματα. Tελικά, μετά την αποκάλυψη της φάρσας,  δίκαιος, συμπονετικός, έξυπνος και ευρηματικός, προστατευτικός, ευαίσθητος. Προσπαθεί να αφυπνίσει τη δασκάλα, ώστε να μην είναι δουλοπρεπής και άβουλη, αλλά να διεκδικεί το δίκιο της. Στη σκηνή παρακολουθούμε τους υπολογισμούς που κάνει ο πρωταγωνιστής, ο οποίος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού,  για να πληρώσει τη δασκάλα των παιδιών του. Ενεργεί, φαινομενικά, ως στυγνός εκμεταλλευτής και απατεώνας, για να κερδίσει όσα περισσότερα χρήματα μπορεί από μια απλή εργαζόμενη γυναίκα, χρησιμοποιώντας κάθε αθέμιτο μέσο, όπως η κατάχρηση εξουσίας, ο εκφοβισμός και η απάτη. 
 Οι υπολογισμοί αρχικά κρύβουν το στοιχείο της απάτης και ο εργοδότης παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος ψεύτης, απατεώνας και εκμεταλλευτής μιας αθώας κοπέλας, ως ένας σκληρός και απάνθρωπος εργοδότης που προσπαθεί να αφαιρέσει χρήματα από το μισθό της δασκάλας. 
 Στο τέλος όμως φαίνεται ο πραγματικός του χαρακτήρας: είναι ένας άνθρωπος τίμιος, δίκαιος στις συναλλαγές του, αν και θα μπορούσε να εξαπατήσει τη νεαρή δασκάλα λόγω της κοινωνικής του θέσης και της οικονομικής του δύναμης.
Λυπάται και αγανακτεί με το γεγονός ότι κάποιοι πλούσιοι φέρονται άσχημα στους αδύναμους και ανυπεράσπιστους ανθρώπους .Δείχνει τη διάθεση να συμβουλεύσει την κοπέλα,  ώστε να μάθει να διεκδικεί τα δικαιώματά της  και να την προστατεύσει από μελλοντικές αδικίες.
 Ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί φανερώνει έναν άνθρωπο με υψηλό μορφωτικό επίπεδο,  που ξέρει να εκτιμά τον κόπο των άλλων και έναν άνθρωπο προοδευτικό και ανοιχτόμυαλο. 
 
 H δασκάλα- δεσποινίς Ιουλία: άβουλη, παθητική, υποταγμένη, δουλοπρεπής, δειλή, αδυνατεί να πάρει τη ζωή στα χέρια της, δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της, δέχεται αδιαμαρτύρητα τις άδικες δικαιολογίες του εργοδότη της,  χωρίς να σηκώνει κεφάλι, μόνο μουρμουρίζει τις διαφωνίες της. Όχι μόνο δεν αντιδρά, όχι απλά δε διεκδικεί τα δικαιώματά της, αλλά σιωπά, κοκκινίζει από τη λύπη της, δακρύζει και φτάνει στο σημείο να αποδέχεται την τόσο κατάφωρη απάτη σε βάρος της. Αδυνατεί να υψώσει το ανάστημά της και πέφτει θύμα της εκμετάλλευσης του εργοδότη της. Μάλιστα, ο αυτοεξευτελισμός και η ταπείνωσή της κορυφώνονται, όταν την βλέπουμε να εκφράζει και ευχαριστίες προς τον εργοδότη για το ελάχιστο ποσό που της έδωσε. Μάλιστα, η ομολογία της ότι οι προηγούμενοι εργοδότες της δεν της έδιναν απολύτως τίποτα φανερώνει στον απόλυτο βαθμό πόσο δειλή, δουλοπρεπής και ανίσχυρη ήταν.  Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος δεν είναι άμοιρος ευθυνών για τα δεινά που τον βρίσκουν, αλλά προκαλεί την εκμετάλλευσή του με την παθητική του στάση.
  Γενικά ο χαρακτήρας της δασκάλας αντιπροσωπεύει σε μεγάλο ποσοστό τη γυναικεία ψυχολογία και συμπεριφορά των παλαιότερων χρόνων. 
 Ο Τσέχωφ σκιαγραφεί το χαρακτήρα της δεσποινίδας Ιουλίας ως ένα ακραίο παράδειγμα δειλής και παθητικής συμπεριφοράς. Όλη η εικόνα και η ψυχολογία της νεαρής κοπέλας συγγενεύει με τους δραματικούς ήρωες του Τσέχωφ, που αδυνατούν να πάρουν την τύχη στα χέρια τους και γίνονται έρμαια της τύχης τους. 
Η δεσποινίς Ιουλία είναι δειλή, αντιμετωπίζει τον εργοδότης της με φόβο, δεν έχει το θάρρος να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και γίνεται το εύκολο θύμα του καθενός. Είναι  πολύ αδύναμος χαρακτήρας, δεν έχει αυτοπεποίθηση, τρέμει, κλαίει, αποδέχεται τα πάντα μοιρολατρικά. Δεν ξέρει τι σημαίνει να αγωνίζεσαι, να διεκδικείς τα δικαιώματα σου, να υψώνεις το ανάστημα σου, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, έχει έλλειψη αυτοσεβασμού,  και αξιοπρέπειας. Δεν έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητες της και φτάνει στο σημείο να ευχαριστεί κιόλας τον εργοδότης της για αυτά τα λίγα που της δίνει. Με την παθητική της στάση προκαλεί την εκμετάλλευσή  της. Όλη αυτή η παθητικότητά της απέναντι στην κατάφωρη αδικία που υφίσταται εύλογα προκαλεί την αγανάκτηση του αναγνώστη.



ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ 

 Εργοδότης: συμπάθεια προς τη δασκάλα, ανησυχία για το μέλλον της, προσπαθεί να αφυπνίσει τη δασκάλα και να της υποδείξει με πατρικό ενδιαφέρον τη στάση που πρέπει να κρατά απέναντι σε άτομα που προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν 

  Δασκάλα: ταραγμένη, αμήχανη, νευρική, αισθάνεται λύπη και απελπισία από την κατάφωρη αδικία εις βάρος της, νιώθει εγκλωβισμένη και δεν αντιδρά από φόβο. 

ΓΛΩΣΣΑ: απλή, κατανοητή, με σύντομες, λιτές και περιεκτικές φράσεις.

 ΥΦΟΣ: απλό με χιουμοριστική διάθεση, ρεαλιστικό (απεικονίζει την πραγματικότητα) - θεατρικό και παραστατικό χάρη στο  διάλογο. Παράλληλα, αιχμηρό, καταγγελτικό και έντονο.


ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ: 

Προσωποποιήσεις: «νευρικός βήχας», «η φωνή της έτρεμε» 
Mεταφορές: «να’χεις τα μάτια σου τέσσερα»,  «σκληρό μάθημα» 
Παρομοιώσεις: «σαν χαζή» 
Eπαναλήψεις: «όλα όλα», «Tρία ... τρία, τρία... ένα και ένα.», «Oι άλλοι δε μου ’διναν τίποτα!... Δε σου ’διναν τίποτα»
 Eικόνες: «H Iουλία έγινε κατακόκκινη», «Tο αριστερό μάτι της Iουλίας … δεν έβγαλε άχνα», «Tα μάτια της Iουλίας ... πάνω στη μύτη της», «Kαι της έδωσα... τα έβαλε στην τσέπη της», «Πετάχτηκα ορθός... στο γραφείο». 
Aντιθέσεις «Tην έπιασε νευρικός βήχας... δεν έβγαλε άχνα», «εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Kαι μου λες κι ευχαριστώ;», «Oι άλλοι δε μου ’διναν τίποτα!...» 



Αφηγηματικοί τρόποι

Το διήγημα στηρίζεται κυρίως στο διάλογο μέσα από τον οποίο διαγράφονται οι χαρακτήρες των ηρώων.  
Αφηγητής είναι ένας από τους δύο ήρωες της ιστορίας, ο οποίος αφηγείται σε α πρόσωπο τα γεγονότα, από τη δική του οπτική γωνία. Υπάρχει όμως και  περιγραφή (αντιδράσεις και κινήσεις της Ιουλίας).


 Ερωτήσεις:
 1/ Να αναζητήσετε στο διήγημα τα σημεία όπου φαίνονται οι αντιδράσεις της δεσποινίδας Ιουλίας σε όσα της λέει ο πατέρας των μαθητών της.

2Χαρακτηρίστε τη δασκάλα από τη συμπεριφορά της απέναντι στον εργοδότη της.

3α)Ποιος είναι ο αφηγητής;  Σε ποιο πρόσωπο αφηγείται; β)Ποιοι είναι οι αφηγηματικοί τρόποι του κειμένου;
4/ Αναζητήστε τρία εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.

5α)Ποιες συμβουλές δίνει  στο τέλος ο αφηγητής 

στη δεσποινίδα Ιουλία; Σχολιάστε τις.

β)Συμφωνείτε  με όσα της λέει; γ)Ποια είναι η 

πρόθεσή του από την αρχή της φάρσας, κατά τη γνώμη σας;


Προτάσεις δημιουργικής γραφής
  
  1/ Ποιο είναι το σοβαρό θέμα που «θίγει» το διήγημα;
 2/ Υποθέστε ότι είστε η δεσποινίς Ιουλία. Καταγράψτε στο ημερολόγιό σας τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας, μετά το περιστατικό με τον εργοδότη σας.
 3/ Το πρόβλημα που αναδεικνύει το αφήγημα του 19ου αιώνα είναι υπαρκτό στη δική μας εποχή; Με ποιες μορφές το συναντάμε;
 4/Εξηγήστε την επιλογή του τίτλου από το συγγραφέα.΄ ;Eπειτα, δώστε έναν δικό σας τίτλο στο κείμενο.

5/ Ο Γερμανός συγγραφέας Μπέρτολντ Μπρέχτ έγραψε :“Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει.”Να σχολιάσετε την άποψη αυτή λαμβάνοντας υπόψη τη στάση της Ιουλίας.

6/ Γράψτε ένα διαφορετικό τέλος της ιστορίας, όπου η Ιουλία ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον εργοδότη της και διεκδικεί τα δικαιώματά της.




 



Πηγές:

 1/ https://latistor.blogspot.com/2017/10/blog-post.html

      2/  https://blogs.sch.gr/skourti/2018/06/01/%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%83-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%86/


 3/ http://theodwrapappa.blogspot.com/2018/12/blog-post.html