17 Απριλίου, 2020

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Για ένα παιδί που κοιμάται


Εισαγωγικά στοιχεία
  Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).

  Η Δήμητρα Χριστοδούλου με την έξοχη στη λιτότητά της ποιητική αυτή σύνθεση μάς οδηγεί στο ν’ αντικρίσουμε τη δύσκολη διαβίωση ενός μικρού παιδιού, που έχει μεταναστεύσει στη χώρα μας κι είναι αναγκασμένο τώρα να δουλεύει σκληρά κάθε μέρα για να μπορέσει να επιβιώσει. 
Θέμα του ποιήματος είναι η δύσκολη και σκληρή ζωή ενός οικονομικού μετανάστη(παιδιού των φαναριών) στη χώρα μας.


Ο τίτλος του ποιήματος

 Ο τίτλος του ποιήματος είναι παραπλανητικός (ειρωνεία), αφού, όταν τον διαβάζουμε μας παραπέμπει σε νανούρισμα ή σε ένα ποίημα, που θα αναφέρεται στον ήρεμο ύπνο ενός  ξέγνοιαστου παιδιού, που κοιμάται στο κρεβάτι του, στην ασφάλεια του σπιτιού του, εισπράττοντας την αγάπη και τη φροντίδα της μητέρας του. Διαβάζοντας όμως το ποίημα, διαπιστώνουμε πως αυτό αναφέρεται στη δύσκολη και σκληρή καθημερινότητα ενός παιδιού, οικονομικού μετανάστη- παιδιού των φαναριών, που αναγκάζεται να δουλεύει από το πρωί στην ξένη γι αυτό μεγαλούπολη, καθαρίζοντας τα τζάμια των αυτοκινήτων κάποιων οδηγών, που το αντιμετωπίζουν με ξενοφοβία, καχυποψία και εχθρικότητα. Δεν έχει σπίτι και το βράδυ αναγκάζεται να κοιμάται στον ακατάλληλο και ανθυγιεινό χώρο ενός εργοστασίου, πληρώνοντας το ανάλογο οικονομικό αντίτιμο στο φύλακα. Η απουσία σπιτιού και οικογένειας υποδηλώνει βέβαια την έλλειψη ασφάλειας, στέγης, τροφής, αγάπης και στην ουσία τη μοναξιά του παιδιού.

 


Το θέμα του ποιήματος και το είδος του αφηγητή


Το ποίημα χαρακτηρίζεται κοινωνικό-ρεαλιστικόκαθώς η ποιήτρια θίγει ένα σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα, αυτό των παιδιών των φαναριών που δουλεύουν εξαντλητικά και είναι αναγκασμένα να ζουν σ' έναν ανάλγητο και αφιλόξενο κόσμο.Το θέμα παρουσιάζεται με εικόνες,  που περιγράφουν την πραγματικότητα του παιδιού με ακρίβεια και ρεαλισμό, όπως ακριβώς την βιώνει.Η ποιήτρια, ως παντογνώστης αφηγητής, αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο το παρόν και κάνει αναδρομές στο παρελθόν του παιδιού, μέσα από τις αναμνήσεις του.

 Η νύχτα και η μοναξιά του παιδιού

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν πια η κίνηση στη λεωφόρο έχει αραιώσει σημαντικά, σ’ ένα εργοστάσιο που έχει ολοκληρώσει την ημερήσια λειτουργία του, στριμωγμένος κοντά στη σκάρα του ατμού, ξεκουράζεται ο μικρός μετανάστης, σκεπασμένος με το παλτό του αδελφού του(ένδειξη της άσχημης οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του στο παρελθόν). 
Πλάι του βρίσκονται μόνο οι μηχανές του εργοστασίου που, αν και κουρασμένες απ’ τη δουλειά της ημέρας, παραμένουν άγρυπνες και επιβλέπουν σαν αγαθοί γίγαντες τον ύπνο του μικρού παιδιού.Εδώ, μέσα από την προσωποποίηση των μηχανών, προβάλλεται η μοναξιά και η έλλειψη οικογενειακής θαλπωρής και ασφάλειας του παιδιού.
Χωρίς τη συντροφιά της οικογένειάς του, χωρίς καν ένα κανονικό κρεβάτι και τ’ αναγκαία σκεπάσματα, το μικρό αυτό παιδί βρίσκεται αντιμέτωπο με τη μοναξιά και την ανέχεια, αφού δεν υπάρχει κανείς να το φροντίσει και να του διασφαλίσει τα αναγκαία για την επιβίωσή του. Αντί για την παιδική ανεμελιά και τη διαρκή αίσθηση ασφάλειας, γνωρίζει μόνο την αγωνία του καθημερινού βιοπορισμού και τη σκληρότητα των άλλων ανθρώπων. Αντί για τη θαλπωρή του σπιτιού και την παρουσία των αγαπημένων προσώπων της οικογένειάς του, γνωρίζει την πλήρη ερημιά/μοναξιά και τις παρακινδυνευμένες διανυκτερεύσεις σ’ ένα εργοστάσιο, χάρη στην εξαγορασμένη ανοχή του εκεί νυχτοφύλακα.      


Η καθημερινότητα του παιδιού και οι αντιδράσεις των οδηγών- η κοινωνική αναλγησία

Η καθημερινότητα του μικρού παιδιού είναι γεμάτη δυσκολίες και σκληρή δουλειά. Όλη τη μέρα στέκεται στην άκρη του δρόμου περιμένοντας τη στιγμή,  που το κόκκινο φανάρι θα ακινητοποιήσει τα οχήματα και θα του επιτρέψει να καθαρίσει μερικά τζάμια, προσδοκώντας ως αντάλλαγμα ελάχιστα κέρματα. Μια ανταμοιβή που δεν έρχεται πάντοτε, αφού δεν είναι λίγοι εκείνοι που αγανακτούν μαζί του, μιας και δεν έχουν καμία διάθεση ή την παραμικρή ευαισθησία, ώστε να βοηθήσουν με τα χρήματά τους το μικρό μετανάστη.
Ο μικρός μετανάστης εισπράττει τα μηδαμινά χρηματικά ποσά ή την αγανάκτηση των ανθρώπων, κι έστω κι αν πληγώνεται απ’ τη συμπεριφορά τους, δεν εγκαταλείπει την προσπάθειά του. Περιμένει υπομονετικά το επόμενο κόκκινο φανάρι για να επιδοθεί ξανά στη μόνη ασχολία που μπορεί να του διασφαλίσει με τρόπο τίμιο την επιβίωσή του. Από τα χρήματα, άλλωστε, που βγάζει μ’ αυτόν τον τρόπο, το μικρό παιδί οφείλει να καλύπτει όχι μόνο τα έξοδα για τη διατροφή του, αλλά και να δίνει στο νυχτοφύλακα κάποιο ποσό για να τον αφήνει να κοιμάται μέσα στο εργοστάσιο.
Με κρύο ή με ζέστη, νιώθοντας καλά ή όχι, δεχόμενος προσβολές και σχόλια αγανάκτησης ή την ψυχρή ευγένεια, ο μικρός μετανάστης είναι αναγκασμένος να αντέχει∙ είναι αναγκασμένος να επιστρέφει κάθε μέρα στην άκρη του δρόμου και να προσπαθεί ξανά και ξανά να εξασφαλίσει τα κέρματα του οίκτου, καθώς δεν έχει άλλο τρόπο να επιβιώσει. Αν μείνει έστω και μια μέρα μακριά απ’ τους δρόμους, θ’ αναγκαστεί να πεινάσει.


Οι αναμνήσεις από την πατρίδα του(παρελθόν)

Για το μικρό αυτό παιδί δεν υπάρχει η πολυτέλεια της νοσταλγίας και της επιστροφής σε μνήμες του παρελθόντος. Η σκληρή πραγματικότητα της τωρινής ζωής του έχει απομακρύνει κάθε ψήγμα της τρυφερότητας και της θαλπωρής των περασμένων χρόνων. Τα αγαπημένα χέρια της μητέρας του που τύλιγαν γύρω του ένα γυναικείο μαντίλι για να τον προφυλάξουν απ’ το κρύο μόλις που τα θυμάται. Έχει κατ’ ανάγκη ξεθωριάσει μέσα του η ανάμνησή τους, διότι ο πόνος που θα του προκαλούταν απ’ τη συνεχή σύγκριση της αγάπης που βίωνε τότε και της εγκατάλειψης που βιώνει τώρα, θα ήταν συντριπτικός. Το παιδί έχει αναγκαστεί να ξεχάσει τη ζεστασιά της μητρικής αγάπης, μιας και πρόκειται για κάτι που δεν υπάρχει πια στη ζωή του.

Η ανάμνηση του φτωχού δασκάλου του και το μάθημα των ελληνικών

Αμυδρή παραμένει στη σκέψη του κι η ανάμνηση του φτωχού δασκάλου του, που ερχόταν να τους κάνει μάθημα παίρνοντας για ανταμοιβή μόνο γάλα.
Θυμάται κάποια λίγα ελληνικά,  που άκουγε απ’ το στόμα του δασκάλου εκείνου, τα οποία ακούγονταν τότε  αλλιώτικα από το πώς τ’ ακούει τώρα απ’ το στόμα των ίδιων των Ελλήνων. Δεν αντανακλάται πια στον ήχο τους, όπως τότε, η λάμψη από τα γυαλιστερά βότσαλα μιας όμορφης μεγάλης θάλασσας, κι ούτε αναδύεται απ’ αυτά το ποδοβολητό του αλόγου ενός αήττητου -σχεδόν μυθικού- στρατηλάτη που άφοβος κατέκτησε τον κόσμο. Τώρα μοιάζουν περισσότερο με τον ήχο που κάνουν τα κέρματα στην τσέπη του, με τόσο κόπο μαζεμένα, ή σαν το φτύσιμο και την απαξίωση, που τόσο καθαρά διαβάζει στο βλέμμα του κάθε απρόθυμου πελάτη. Κάποτε, βέβαια, ακούγονται και κάπως πιο εγκάρδια, όπως ακούγεται το βουητό της σκάρας πλάι του που ανεβάζει το θερμό ατμό και ζεσταίνει το χώρο του εργοστασίου.
Η αντίθεση ανάμεσα στις εικόνες που σχημάτιζε νοητά ο μικρός μετανάστης για την Ελλάδα, όταν βρισκόταν ακόμη στη χώρα του κι άκουγε από τον δάσκαλό του για την ομορφιά της και για την ένδοξη ιστορία της, και στην πραγματικότητα που βιώνει γύρω του είναι αποθαρρυντική. Η χώρα του καταγάλανου ουρανού, της γαλήνιας θάλασσας και των ηρωικών ανθρώπων, δεν είναι παρά μια ελάχιστη φιλόξενη χώρα που προφανώς δεν έχει να του προσφέρει την καλύτερη ζωή που είχε κάποτε ελπίσει. Μακριά πια απ’ τη ζεστασιά της μητρικής αγκαλιάς έρχεται αντιμέτωπος με την αγανάκτηση εκείνων, που τον αντιμετωπίζουν σαν έναν ανεπιθύμητο παρείσακτο, κι είναι αναγκασμένος να επιβιώνει χάρη στη συχνά απρόθυμη «ελεημοσύνη» που του προσφέρεται και στην ανοχή εκείνων που, όχι χωρίς αντάλλαγμα, του επιτρέπουν να βρίσκει μια ζεστή γωνιά για να κοιμηθεί.    




 Η σχέση του τίτλου με το περιεχόμενο(θέμα) του ποιήματος

Ο τίτλος είναι παραπλανητικός, γιατί θα ταίριαζε ίσως σε ένα νανούρισμα ή σε ένα ποίημα που θα αναφερόταν στον ήρεμο ύπνο ενός παιδιού στην ασφάλεια του σπιτιού του Όταν όμως διαβάζουμε το ποίημα, διαπιστώνουμε πως μόνο ήρεμος δεν είναι ο ύπνος του ήρωα, του μικρού μετανάστη, που κοιμάται στο κρύο πάτωμα ενός εργοστασίου, ενός δηλαδή ακατάλληλου και ανθυγιεινού περιβάλλοντος. Ο τίτλος του ποιήματος δηλαδή είναι ειρωνικός. Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από τη σκληρή πραγματικότητα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων,  η οποία  αναγκάζει παιδιά πρόσφυγες(παιδιά των φαναριών) να ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης μακριά από την ασφάλεια και τη θαλπωρή του οικογενειακού περιβάλλοντος, που τους στερεί το φαγητό, το σχολείο και το παιχνίδι, για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους. Ο τίτλος του ποιήματος μάς προϊδεάζει  για κάτι ευχάριστο, ίσως για έναν ύμνο στη γαλήνη του παιδικού ύπνου ή τα ατελείωτα όνειρα που μπορεί να κάνει ένα παιδί όταν κοιμάται. Το θέμα όμως του ποιήματος μας προσγειώνει σε μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα: στη σκληρή βιοπάλη των μικρών προσφυγόπουλων,των παιδιών των φαναριών,  που είναι αναγκασμένα να κάνουν μία άθλια και συνάμα επικίνδυνη εργασία ερχόμενοι στην Ελλάδα, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωσή τους. 



  Το ποίημα διακρίνεται  σε δύο αφηγηματικά και  χρονικά επίπεδα.  Ποια είναι αυτά και τι περιλαμβάνει το καθένα; 

 Η ποιήτρια, ως παντογνώστης αφηγητής, αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο το παρόν και κάνει αναδρομές στο παρελθόν του παιδιού.
Τα αφηγηματικά επίπεδα του ποιήματος ταυτίζονται με τα χρονικά επίπεδα του ποιήματος, τις δύο βασικότερες φάσεις της ζωής του παιδιού: εκείνη του παρελθόντος στην πατρίδα του (μάλλον τα ρωσικά παράλια του Εύξεινου Πόντου) και την τωρινή στη μεγάλη ελληνική πόλη. 
 -Το πρώτο χρονικό επίπεδο, το παρελθόν του, συνδέεται με την ανάμνηση των χιονισμένων τοπίων της Ρωσίας, με την αγκαλιά της μητέρας του, που προσπαθούσε να τον προφυλάξει από το κρύο με το μαντίλι της και με τη διδασκαλία των πρώτων ελληνικών φράσεων από το φτωχό δάσκαλό του, που γέμιζαν τότε με τόση ζεστασιά για το παιδί. 
 -Το δεύτερο χρονικό επίπεδο, το παρόν του, κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής αφήγησης και αποτελείται από τα σκληρά βιώματα της τωρινής του ιδιότητας ως ανήλικου μετανάστη σε ξένη χώρα, απογυμνωμένου από οικογενειακή ή άλλη συγγενική παρουσία και φυσικά στερημένου από την παραμικρή  ασφάλεια. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί, εύλογα, η οικονομική ανέχεια και η καθημερινή μάχη του παιδιού να συγκεντρώσει χρήματα για να επιβιώσει. Η μοναξιά είναι εμφανής, καθώς η μόνη του συντροφιά είναι το παλτό του αδελφού του, που το έχει πάντα μαζί του τα βράδια για να ζεσταίνεται, και οι πικρές αναμνήσεις του. 
 Κάθε μέρα του στην ξένη και αφιλόξενη πόλη τού προσφέρει παρόμοιες θλιβερές εμπειρίες, γιατί κάποιοι οδηγοί συμπονούν την κατάστασή του και τον βοηθούν οικονομικά και άλλοι τον αποπαίρνουν για την ενόχληση που τους ασκεί επιμένοντας να τους καθαρίσει τα παρμπρίζ στα φανάρια. Τη νύχτα αποσύρεται στο εργοστάσιο, όπου και εκεί πληρώνει ενοίκιο στο νυχτοφύλακα, για να μπορεί να έχει ένα βραδινό κατάλυμα, με όποιους κινδύνους εγκυμονεί κάτι τέτοιο για το παιδί.



Στιχουργική
Το ποίημα έχει τα χαρακτηριστικά της νεωτερικής ποίησης. Ο στίχος είναι ελεύθερος χωρίς μέτρο και ομοιοκαταληξία και θυμίζει πεζό λόγο. Οι στροφές είναι άνισες, οι στίχοι δεν έχουν ορισμένο αριθμό συλλαβών και ο ρυθμός του ποιήματος είναι εσωτερικός.

Γλώσσα-ύφος
Η γλώσσα είναι λιτή και καθημερινή. Η ζωή του παιδιού περιγράφεται με απλότητα και ρεαλισμό. 
Με απανωτές παρομοιώσεις δίνονται οι εντυπώσεις με τις οποίες έφτασε ο μικρός μετανάστης στην Ελλάδα αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Υπάρχουν σχήματα λόγου που ανεβάζουν τον λυρικό τόνο του ποιήματος.
Το ύφος είναι λιτό, ρεαλιστικό και μας προσγειώνει στην πραγματικότητα αλλά και λυρικό σε μερικά σημεία όπου υπάρχει έντονη συναισθηματική φόρτιση.





Προτάσεις δημιουργικής γραφής 

1/ Υποθέστε ότι είσαστε ο μικρός μετανάστης και γράφετε ένα γράμμα στο δάσκαλό σας στην πατρίδα σας. Να αναφέρετε τις εμπειρίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας από τη σκληρή καθημερινότητα στην Ελλάδα, κάνοντας τις απαραίτητες αναφορές στο παρελθόν.

2/ Υποθέστε ότι είσαστε ο μικρός μετανάστης και γράφετε στο ημερολόγιό σας. Να αναφέρετε τις σκέψεις  και τον προβληματισμό σας,  σχετικά με την ελληνική γλώσσα, όπως σας την μάθαινε ο δάσκαλος  στο παρελθόν στην πατρίδα σας, σε αντίθεση με τον τρόπο που την μιλάνε οι Έλληνες σήμερα.
3/ Το κοινωνικό ζήτημα που θίγεται στο ποίημα θεωρείτε ότι αποτελεί σύγχρονο πρόβλημα των μεγαλουπόλεων σήμερα; Αν ναι, γιατί; Να τεκμηριώσετε την άποψή σα
ς.