05 Απριλίου, 2021

Οι Λογοτεχνικοί Χαρακτήρες

 

Οι Λογοτεχνικοί Χαρακτήρες- ήρωες


 Σύμφωνα με τις λογοτεχνικές θεωρίες ο λογοτεχνικός χαρακτήρας μπορεί να προσεγγιστεί:
Α) Ως ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας: Ο χαρακτήρας είναι όμοιος με τους πραγματικούς ανθρώπους, είναι ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένος και η δράση του επηρεάζεται από την ιδεολογία του. Έχει προϊστορία/παρελθόν, μόνιμα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και παροδικά ψυχολογικά φαινόμενα (συναισθήματα, πεποιθήσεις). Έχει ένα όνομα (βοηθά στην καλλιέργεια της οικειότητας και της συναισθηματικής σύνδεσης του αναγνώστη με το χαρακτήρα, ενώ οι ανώνυμοι ήρωες συνήθως είναι αντιπροσωπευτικοί που καθολικεύουν μια κατάσταση), ηλικία, το δικό του τρόπο που μιλάει (ιδιόλεκτος), κοιτάζει, αντιδράει, ντύνεται, τη δουλειά του, το χώρο που ζει, τις προτιμήσεις, τα χόμπι του, τις κινήσεις του, τις διατροφικές του συνήθειες, τη σεξουαλικότητά του.
Β) Ως μια κειμενική κατασκευή: Καθώς είναι ένα στοιχείο της αφήγησης ή λέξεις στη σελίδα, εξελίσσει την πλοκή, προωθεί τη δράση και επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες, όπως του ήρωα, του ανταγωνιστή/αντίμαχου, του βοηθού/συμπαραστάτη, του δωρητή, του πληροφοριοδότη, του πομπού, του δέκτη, του πολύτιμου αντικειμένου.
Γ) Ως αντικείμενο συνδημιουργίας του αναγνώστη του κειμένου: Ο αναγνώστης ενός λογοτεχνικού έργου δεν είναι παθητικός δέκτης αυτού, αλλά την ώρα της ανάγνωσης ανασχηματίζει το χαρακτήρα, γεμίζει τα κενά με βάση τις εμπειρίες της πραγματικής ζωής αλλά και τις ήδη υπάρχουσες αναγνωστικές εμπειρίες του.
Είδη Χαρακτήρων
1) Πρωταγωνιστής
-   Είναι ένας ή δύο με κάποιες εξαιρέσεις
-   Για αυτόν δίνονται πιο πολλές πληροφορίες
-      Είναι παρών στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης
-   Παρουσιάζεται να δοκιμάζεται σε μια πολύ κρίσιμη περίσταση
-   Είναι η πραγματική κινητήρια δύναμη σε κάθε ιστορία
-      Αναπτύσσει κάποια σχέση με τα περισσότερα πρόσωπα της αφήγησης
-      Συμβάλλει στην προώθηση της δράσης και στην εξέλιξη της πλοκής
-   Με τη δράση του ενσαρκώνονται ιδανικά ή μεγάλες αξίες μιας εποχής ή μας κοινωνίας
-   Μπορεί να αποτελεί την πλέον ιδανική μορφή ανθρώπινου όντος, αλλά μπορεί να είναι κι ένας αντιήρωας, δηλαδή αυτός που δεν έχει τις εξωτερικές ποιότητες του ήρωα, αυτού που υπηρετεί και θυσιάζεται για τους άλλους, του ανώτερου από τη ζωή
-   Πρωταγωνιστικό ρόλο μπορεί να παίζει ένας ανταγωνιστής του κεντρικού ήρωα, ένας συμπαραστάτης ή ένας ήρωας καταλύτης, δηλαδή εκείνο το μυθιστορηματικό πρόσωπο που η παρουσία του κλιμακώνει τη δράση
2) Δευτερεύοντες
-          Μπορούν να είναι περισσότεροι από δύο
-          Δίνονται λιγότερες πληροφορίες και η παρουσία τους στην αφήγηση είναι συντομότερη
-          Αξιοποιούνται για να φωτιστεί καλύτερα ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή ή για να προωθηθεί η δράση της ιστορίας σε συγκεκριμένα σημεία της αφήγησης
-          Τύποι δευτερευόντων χαρακτήρων:
ü  Διακοσμητικοί: διανθίζουν την ιστορία ή αποφορτίζουν συγκινησιακά
ü  Πληροφοριακοί: μεταδίδουν μια πληροφορία
ü  Ακροατές: είναι αποδέκτες των λόγων άλλων χαρακτήρων και μπορεί να δώσουν την πρόφαση για μια διήγηση
ü  Σχολιαστικοί: με αυτούς ο συγγραφέας εκφράζει τις απόψεις του σχετικά με άλλους χαρακτήρες, καταστάσεις ή ιδεολογίες
ü  Σημεία αναφοράς: είναι συνηθισμένοι τύποι που δεν αλλάζουν και μέσω αυτών εκτιμάται η αλλαγή ή η διαφοροποίηση του πρωταγωνιστή
3) Αδρανείς
Είναι παθητικοί χαρακτήρες και δεν επιδρούν στην εξέλιξη της ιστορίας
Τύποι χαρακτήρων
Επίπεδοι χαρακτήρες
-   Δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένοι
-   Η προσωπικότητά τους δεν εξελίσσεται
-   Δίνονται ένα ή δύο χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα η καλοσύνη, η εκδικητικότητα κ.α.
-   Δεν δίνονται πολλές εξατομικευμένες λεπτομέρειες
-   Είναι απαραίτητοι στις περισσότερες ιστορίες, γιατί εξυπηρετούν τη δράση και δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο ο κεντρικός ήρωας συμπεριφέρεται στους άλλους
Στερεοτυπικοί χαρακτήρες
-          Οι χαρακτήρες αυτοί συγκεντρώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μιας κοινωνικής ομάδας ή μιας πολιτισμικής ομάδας
-          Αντικατοπτρίζουν τα ηθικά προβλήματα που μαστίζουν μια κοινωνία
-          Η δράση τους συνήθως είναι μηδαμινή, όμως βοηθούν τους αναγνώστες να κατανοήσουν τις διαφορές, τις συγκρούσεις και τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή
Αντίθετοι ή κατ’ αντίστιξη χαρακτήρες
-          Είναι ελάσσονος σημασίας χαρακτήρες, των οποίων τα χαρακτηριστικά έρχονται σε αντίθεση με του πρωταγωνιστή
-          Δημιουργούν συγκρούσεις
-          Αναδεικνύουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του κεντρικού ήρωα
 Σφαιρικοί ή πλήρως αναπτυγμένοι χαρακτήρες
-          Τα περισσότερα χαρακτηριστικά τους αποκαλύπτονται μέσα στην ιστορία
-          Είναι αληθοφανείς
-          Συχνά εκδηλώνουν απρόβλεπτη συμπεριφορά
-          Μπορεί να έχουν αντιφατικά χαρακτηριστικά
-          Είναι σύνθετοι κι εξελίσσονται
-          Η αφήγηση διεισδύει στην εσωτερική τους ζωή

Δυναμικός  στατικός χαρακτήρας
Δυναμικός
-          Υφίσταται  μεταβολή, συνήθως ριζική, ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη ζωή και τον κόσμο
-          Εξελίσσεται
-           Η αλλαγή μπορεί να είναι αργή και σταδιακή ή αιφνίδια ως αποτέλεσμα ενός συγκλονιστικού γεγονότος
Στατικός
-          Δε μεταβάλλεται
-          Καμιά σύγκρουση δεν επηρεάζει τον ήρωα
-          Ανήκει στους ελάσσονες χαρακτήρες
-          Είναι επίπεδος χαρακτήρας
-          Προβάλλει τους βασικούς χαρακτήρες
-          Υπηρετεί την εξέλιξη της πλοκής
Τρόποι παρουσίασης των χαρακτήρων
Η παρουσίαση μπορεί να πραγματοποιηθεί με αφήγηση, περιγραφή, διάλογο, εσωτερικό μονόλογος, σχόλια.
Α. Άμεσος προσδιορισμός
Ο ήρωας παρουσιάζεται στον αναγνώστη κατευθείαν από τον αφηγητή. Δίνονται, για παράδειγμα, η ιδιόλεκτός του, στοιχεία της εμφάνισής του, συνήθειές του μέσα από σχόλια και τοποθετήσεις του αφηγητή.
Β. Έμμεσος προσδιορισμός (δραματική μέθοδος)
Ο ήρωας παρουσιάζεται μέσα από:
·         Τα λόγια (φωνή του χαρακτήρα) και τις σκέψεις του
·         Τις σιωπές του χαρακτήρα (ό,τι αποκρύπτει ή αποσιωπά)
·         Τις συγκρούσεις ή τις αντιδράσεις του
·         Τη δράση και τις ενέργειες / πράξεις του
·         Τα σχόλια και τα λόγια των άλλων ηρώων για αυτόν
·         Τα σχόλια του αφηγητή για αυτόν
·         Το περιβάλλον στο οποίο ζει και κινείται
* Όλα αυτά λαμβάνονται υπόψη, όταν ζητείται η ανάλυση του χαρακτήρα (χαρακτηρισμός προσώπου), παραπέμποντας σε χωρία του κειμένου και δικαιολογώντας την απάντηση.
Με τα παραπάνω μπορεί να επιδιώκεται:
1.  Να δοθεί αληθοφάνεια
2.  Να σκιαγραφηθεί λεπτομερώς ένας σημαντικός χαρακτήρας ή να αποφευχθούν γνωρίσματα που δεν συμβάλλουν στην προώθηση της ιστορίας
3.  Να εικονοποιηθεί ένας χαρακτήρας
4.  Να φανερωθούν οι στόχοι/επιθυμίες, οι βαθύτερες ανάγκες (που συχνά είναι αντίθετες προς τις επιθυμίες), τα κίνητρα των χαρακτήρων
5.  Να αποκαλυφθούν οι αιτιακές σχέσεις μεταξύ των προσώπων και των επιλογών και των πράξεών τους
6.  Να υπάρχει συνέπεια στην εξέλιξη του χαρακτήρα
7.  Να δηλωθεί ο συναισθηματικός και ιδεολογικός κόσμος των ηρώων, που τους οδηγούν σε συγκεκριμένες επιλογές και δράσεις
8.  Να προωθηθεί η δράση
9.  Να σκιαγραφηθεί το συγκείμενο, το ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο, στα οποία κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες

10.     Να οξυνθεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον, να αναπτυχθεί η ενσυναίσθηση και η ταύτιση του αναγνώστη ή της αναγνώστριας, το σασπένς και η αγωνία για την τύχη του.



Εις βάθος ανάλυση λογοτεχνικών χαρακτήρων

«Χαρακτήρες» ονομάζουμε τα πλασματικά πρόσωπα που συναντάμε στα λογοτεχνικά έργα, κυρίως στα πεζογραφικά. Άλλες ονομασίες τους είναι: «πρόσωπα» ή «δρώντα πρόσωπα», «ήρωες».

Πρώτος ο Αριστοτέλης διακρίνει τους χαρακτήρες του αρχαίου δράματος σε καλούς («σπουδαίους») και κακούς («φαύλους»).

Οι σύγχρονοι μελετητές δέχονται ότι οι ήρωες των λογοτεχνικών κειμένων δεν υπάρχουν έξω από τον κόσμο των λέξεων και δεν είναι σε καμία περίπτωση πραγματικοί· απλά αναπαριστούν αληθινά πρόσωπα, με βάση συγκεκριμένα μυθοπλαστικά τεχνάσματα, ανάλογα με τις προθέσεις του δημιουργού τους.

Η διαδικασία που ακολουθούμε κάθε φορά που γράφουμε ένα αφηγηματικό κείμενο, έχει ως εξής: κάθε πρόσωπο δεν είναι παρά μια υποθετική και διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση. Συνδέουμε διάφορα αποσπασματικά και σκόρπια στοιχεία, που προέρχονται από άλλους είτε από προσωπικές μας παρατηρήσεις· και φτιάχνουμε στο νου μας ένα σύνολο, που έχει ελάχιστες πιθανότητες να μείνει αμετάβλητο και να αντιστοιχεί στην αλήθεια.

Γνωρίσματα που αποδίδονται στους χαρακτήρες

Το πιο βασικό στοιχείο είναι το όνομα, το οποίο λειτουργεί και ερμηνευτικά (π.χ. αλληγορικά ή συμβολικά ονόματα, προσωνύμια, ανώνυμοι ήρωες, κτλ.). Μετά είναι η εξωτερική του εμφάνιση, οι κινήσεις ή χειρονομίες του, καθώς και οι χώροι ή το περιβάλλον στο οποίο κινείται.

Κάθε πλασματικός ήρωας χαρακτηρίζεται από τις λέξεις, τις πράξεις και τις σχέσεις του, την επιρροή άλλων χαρακτήρων πάνω του και φυσικά από τον αφηγητή, απ’ το φίλτρο του οποίου περνούν υποχρεωτικά και όλα τα προηγούμενα.

Κάθε χαρακτήρας έχει ιδιαίτερα γνωρίσματα που τον κάνουν να ξεχωρίζει και παράλληλα εκπροσωπεί κάτι πολύ ευρύτερο από τον εαυτό του.

Πως ξεχωρίζουμε τον πρωταγωνιστή («ήρωα») μιας αφήγησης;

Μόνο εάν πληροί μια δέσμη πέντε κριτηρίων:

α) ο προσδιορισμός: το κεντρικό πρόσωπο μας παρουσιάζεται με όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες.

β) η κατανομή: επανέρχεται στην ιστορία πολλές φορές και είναι παρών στις περισσότερες κρίσιμες στιγμές

γ) η ανεξαρτησία: το πρόσωπο είναι αυθύπαρκτο μέσα στην ιστορία

δ) η λειτουργία: προβαίνει σε πράξεις αποκλειστικά δικές του

ε) η σχέση: διατηρεί κάποια σχέση με όλα σχεδόν τα πρόσωπα της ιστορίας

«Σφαιρικοί και επίπεδοι χαρακτήρες»

Ο Βρετανός πεζογράφος και κριτικός E. M. Foster, διέκρινε τους χαρακτήρες σε «επίπεδους» και «σφαιρικούς». Οι πρώτοι δημιουργούνται με βάση μία μόνο ιδέα ή ιδιότητα, διευκολύνουν το συγγραφέα  και αναγνωρίζονται εύκολα από τον αναγνώστη· οι δεύτεροι είναι πιο αναπτυγμένοι, συνδυάζουν πολλά γνωρίσματα, συχνά ανθεκτικά, και πρέπει να μπορούν να εκπλήσσουν τον αναγνώστη και να είναι απρόβλεπτοι- με τρόπο πειστικό. Κατά το Foster, το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι το πιο βασικό κριτήριο για να θεωρήσουμε ένα χαρακτήρα σφαιρικό. Ο Foster έχει απόλυτο δίκιο, όταν λέει ότι και τα δυο είδη χαρακτήρων έχουν ίση αξία, καθώς είναι εξίσου απαραίτητα σε όλα τα έργα, στη σωστή αναλογία.

Στην ίδια λογική βασίζεται και η διάκριση των χαρακτήρων σε στατικούς και δυναμικούς: οι πρώτοι μένουν σε γενικές γραμμές σταθεροί σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης και δε μεταβάλλονται, ενώ οι δεύτεροι εξελίσσονται. Και οι δύο κατηγορίες συνυπάρχουν σε όλα τα λογοτεχνικά έργα. Ειδικά όμως σε ό,τι αφορά τους στατικούς χαρακτήρες υπάρχει μια ιδιαίτερη περίπτωση, ο λεγόμενος «τύπος»: πρόκειται για ένα χαρακτήρα του οποίου τα γνωρίσματα όχι μόνο παραμένουν τα ίδια σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης αλλά αντιπροσωπεύουν τον υψηλότερο βαθμό ενός προτερήματος ή ελαττώματος (π.χ. ο φιλάργυρος).

«Μοντέλο δράσης»

Ο Γάλλος μελετητής A.J. Greimas κατέδειξε το λεγόμενο «μοντέλο δράσης» κάνοντας τη διάκριση ανάμεσα σε «δρώντες» και «δράστες». Οι δρώντες ορίζονται ως γενικές κατηγορίες, που λανθάνουν πίσω από κάθε αφηγηματικό κείμενο. Είναι περιορισμένοι σε αριθμό και σταθεροί. Οι δράστες είναι αυτοί που στο επίπεδο του λόγου επενδύουν με συγκεκριμένες ιδιότητες τους δρώντες. Αλλάζουν από έργο σε έργο και είναι αναρίθμητοι.

Πιο συγκεκριμένα, ο Greimas διακρίνει μόνο 6 δρώντες οι οποίοι βρίσκονται πίσω από κάθε αφηγηματική ιστορία: το Υποκείμενο (ο πρωταγωνιστής), που θέλει να αποκτήσει το Αντικείμενο, ο Πομπός που βοηθά το Υποκείμενο να συνειδητοποιήσει την επιθυμία του για το Αντικείμενο, ο Δέκτης που λαμβάνει το μήνυμα του Πομπού, ο Βοηθός που συμπαραστέκεται στον αγώνα του Υποκειμένου και τέλος ο Αντίπαλος που προβάλει εμπόδια.

Τρόπος παρουσίασης χαρακτήρων

Δύο είναι οι βασικοί τρόποι: ο άμεσος και ο έμμεσος.

Στην πρώτη περίπτωση, το αφηγηματικό πρόσωπο προσδιορίζεται απευθείας, συνήθως με κάποιο επίθετο που δηλώνει ιδιότητα, είτε από τον αφηγητή, είτε από κάποιο άλλο χαρακτήρα, είτε από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει αξιοπιστία του χαρακτηρισμού διότι εξαρτάται από την προέλευσή του και πρέπει να ελεγχθεί.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη περίπτωση, η έμμεση παρουσίαση επιτυγχάνεται με πολλούς τρόπους. Μέσα από τη δράση του, το λόγο του, την εξωτερική του εμφάνιση ή το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται.


Χαρακτήρας

Με τον όρο «χαρακτήρες» αναφερόμαστε συνήθως στα πλασματικά πρόσωπα που συναντάμε στα λογοτεχνικά έργα, κυρίως στα πεζογραφικά. Εναλλακτικά, πολλοί μελετητές χρησιμοποιούν και τους όρους «πρόσωπα» ή «δρώντα πρόσωπα» ή «ήρωες», καθώς και τον πολύ παλαιότερο «πρόσωπα του δράματος» (dramatis personae), δανεισμένο από το χώρο του θεάτρου.

Οι πρώτες απόπειρες μελέτης των χαρακτήρων χρονολογούνται από την αρχαιότητα και συνδέονται φυσικά με το δράμα, αφού η μυθοπλαστική πεζογραφία είναι ένα είδος πολύ μεταγενέστερο. Πρώτος ο Αριστοτέλης διακρίνει τους χαρακτήρες («ήθη») που συναντάμε στο αρχαίο δράμα, σε καλούς («σπουδαίους») και κακούς («φαύλους»). Μάλιστα, με την ταξινόμησή του αυτή εγκαινιάζει μια μακρόχρονη παράδοση, που μέσα από μια σειρά παρερμηνειών και παραμορφώσεων, θα οδηγήσει σταδιακά στην άποψη ότι σε κάθε δραματικό είδος αναλογεί κι ένα συγκεκριμένο είδος χαρακτήρων: στην τραγωδία, που είναι το ανώτερο είδος, θα πρέπει να εμφανίζονται πρόσωπα απ' τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, ενώ στην κωμωδία, το ταπεινό είδος, οι ήρωες θα πρέπει υποχρεωτικά να ανήκουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα! Τελικά, βέβαια, με την επικράτηση πρώτα του αστικού κι έπειτα του σύγχρονου δράματος, αυτού του είδους τα κριτήρια θα καταργηθούν: κάθε έργο θα μπορεί να συγκεντρώνει όλων των ειδών τους χαρακτήρες και κάθε χαρακτήρας όλων των ειδών τα γνωρίσματα. Εξάλλου, με το σύγχρονο δράμα, παρατηρείται και μια άλλη εξέλιξη: ο χαρακτήρας που ως τότε κατείχε κεντρική θέση στο έργο, σιγά σιγά διαλύεται, αντικατοπτρίζοντας τη σύγχρονη κρίση της αστικής προσωπικότητας και ατομικότητας.

Οι εξελίξεις αυτές, τις οποίες περιγράψαμε εδώ αρκετά συνοπτικά, αφορούν βέβαια και την πεζογραφία, και κυρίως το μυθιστόρημα, που τους δυο τελευταίους αιώνες πέρασε από παρόμοια, θα λέγαμε, στάδια: από την ολοκληρωτική υποταγή στους χαρακτήρες, στην έντονη αμφισβήτηση και υπονόμευσή τους και, τελικά, στην πλήρη απελευθέρωση. Ωστόσο, η σύνδεση μεταξύ θεάτρου και πεζογραφίας σε ό,τι αφορά το ζήτημα των χαρακτήρων δεν είναι και τόσο σωστή. Αρκεί να σκεφθούμε τις μεγάλες διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στα πρόσωπα του μυθιστορήματος και σε αυτά του θεάτρου (ή και του κινηματογράφου): για παράδειγμα, τα πρώτα συνιστούν κατασκευές καθαρά λεκτικές, κειμενικές, ενώ τα δεύτερα προϋποθέτουν σκηνική πραγμάτωση, που στη διάρκειά της προσλαμβάνουν αισθητή ύπαρξη, μέσα από το σώμα του ηθοποιού.

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που θα πρέπει να μας απασχολήσουν ως προς τους μυθοπλαστικούς αφηγηματικούς χαρακτήρες, είναι η σχέση τους με την πραγματικότητα και ειδικότερα με τα φυσικά, αληθινά πρόσωπα. Είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά αναφερόμαστε σε μυθιστορηματικούς χαρακτήρες σα να επρόκειτο για πραγματικά πρόσωπα, με αυτόνομη ύπαρξη. Αυτού του είδους η συμπεριφορά συνιστά, βέβαια, κατάλοιπο ορισμένων παλαιότερων απόψεων που έχουν κυριολεκτικά παγιωθεί στο μυαλό όλων μας κι είναι πολύ δύσκολο να τις αποβάλλουμε.

Σύμφωνα με μιαν απ' αυτές τις απόψεις, οι χαρακτήρες δείχνουν τόσο φυσικοί και ζωντανοί, επειδή πράγματι αποτελούν αντανακλάσεις υπαρκτών προσώπων, τα οποία γνώριζε ο συγγραφέας (είναι, μάλιστα, πολύ πιθανό ένας χαρακτήρας να συνιστά αντανάκλαση του ίδιου του δημιουργού του)· άρα, μια προσεκτική έρευνα θα αποκαλύψει ίσως τα πραγματικά πρόσωπα τα οποία κρύβονται πίσω από τους πλασματικούς χαρακτήρες, προσφέροντάς μας και πολύτιμες ενδείξεις για την κατανόηση του έργου.

Μια δεύτερη παραδοσιακή θεωρία σχετικά με τους χαρακτήρες είναι ότι εκφράζουν την άποψη που ενδεχομένως έχει κάθε συγγραφέας, γενιά, σχολή, εποχή κτλ. για τον άνθρωπο.

Στην εποχή μας, βέβαια, τέτοιου είδους απόψεις θεωρούνται μάλλον απλοϊκές. Σε γενικές γραμμές, οι σύγχρονοι μελετητές δέχονται ότι οι ήρωες των λογοτεχνικών κειμένων δεν υπάρχουν έξω από τον κόσμο των λέξεων, δεν είναι σε καμία περίπτωση πραγματικοί· απλά αναπαριστούν αληθινά πρόσωπα, με βάση συγκεκριμένα μυθοπλαστικά τεχνάσματα και μοιάζουν μ' αυτά λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με τις προθέσεις του δημιουργού τους. Για παράδειγμα, στα κείμενα που συνήθως ονομάζουμε ρεαλιστικά, ο συγγραφέας προσπαθεί να τονίσει με κάθε τρόπο την ομοιότητα των ηρώων του με τα αληθινά πρόσωπα· αντίθετα, σε άλλα λογοτεχνικά είδη (π.χ. στα παραμύθια ή τις αλληγορίες), οι χαρακτήρες δεν παρουσιάζονται σε βάθος: απλά σκιαγραφούνται, και συνήθως διαθέτουν μια συγκεκριμένη ιδιότητα (π.χ. ομορφιά, ασχήμια, κακία) στον υψηλότερο δυνατό βαθμό ή αντιπροσωπεύουν μια φιλοσοφική ή ιδεολογική θέση (φυσικά, μεταξύ των δυο ακραίων αυτών περιπτώσεων, απαντώνται όλες οι δυνατές διαβαθμίσεις).

Θα μπορούσε όμως κάποιος να υποστηρίξει ότι η σχέση ανάμεσα στα μυθοπλαστικά και στα πραγματικά πρόσωπα είναι πιο περίπλοκη. Ορισμένοι λ.χ. υποστηρίζουν ότι τόσο στη μυθοπλασία όσο και στην πραγματικότητα, κάθε πρόσωπο δεν είναι παρά μια υποθετική και διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση. Αρκεί να αναλογιστούμε πώς ακριβώς συναρμολογούμε τις γνώσεις μας για ένα υπαρκτό πρόσωπο: συνήθως δεν κάνουμε τίποτε περισσότερο απ' το να συνδέουμε διάφορα αποσπασματικά και σκόρπια στοιχεία, που προέρχονται είτε από άλλους είτε από προσωπικές μας παρατηρήσεις· και φτιάχνουμε στο νου μας ένα σύνολο, που φυσικά έχει ελάχιστες πιθανότητες να μείνει αμετάβλητο και να αντιστοιχεί στην αλήθεια. Την ίδια ακριβώς διαδικασία —τηρουμένων των αναλογιών— ακολουθούμε κάθε φορά που διαβάζουμε ένα αφηγηματικό κείμενο.

Σε ό,τι αφορά τα γνωρίσματα που αποδίδονται στους χαρακτήρες, το πιο βασικό στοιχείο είναι χωρίς αμφιβολία το όνομα, το οποίο λειτουργεί και ερμηνευτικά (π.χ. αλληγορικά ή συμβολικά ονόματα, προσωνύμια, ανώνυμοι ήρωες κτλ.). Πέρα από το όνομα, άλλα σημαντικά γνωρίσματα για έναν ήρωα είναι η εξωτερική του εμφάνιση, οι κινήσεις ή οι χειρονομίες του, καθώς και οι χώροι ή το περιβάλλον στο οποίο κινείται· ακόμη, κάθε πλασματικός ήρωας χαρακτηρίζεται έμμεσα από τις σκέψεις του, τις πράξεις του ή τις σχέσεις που αναπτύσσει στη διάρκεια της αφήγησης, και πολύ πιο άμεσα από τους άλλους χαρακτήρες και φυσικά από τον αφηγητή, απ' το φίλτρο του οποίου περνούν υποχρεωτικά και όλα τα προηγούμενα. Στην ουσία, κάθε μυθοπλαστικός χαρακτήρας εξατομικεύει και ταυτόχρονα αντιπροσωπεύει ορισμένα τυπικά γνωρίσματα: διαθέτει, δηλαδή, κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα που τον κάνουν να ξεχωρίζει και, παράλληλα, εκπροσωπεί κάτι πολύ ευρύτερο από τον εαυτό του. Τα πρώτα είναι θέμα της τέχνης του αφηγητή· τα δεύτερα αποτελούν μέρος του νοήματος της αφήγησης. Οι αξιομνημόνευτοι χαρακτήρες έχουν γεννηθεί από ένα δυναμικό συνδυασμό των δυο αυτών ειδών γνωρισμάτων.

Τα παραπάνω μάς οδηγούν σε ένα ευρύτερο ζήτημα: την ταξινόμηση των χαρακτήρων που συναντάμε σε όλα τα λογοτεχνικά έργα. Πάνω σ' αυτό το ζήτημα έχουν γίνει πολλές προσπάθειες και οι μελετητές έχουν προτείνει πολλές διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις. Μπορούμε να τις διακρίνουμε σε δυο μεγάλες ομάδες: σ' αυτές που βασίζονται σε μορφολογικές σχέσεις, και σ' εκείνες που έχουν διαμορφωθεί με βάση την υπόθεση ότι υπάρχουν συγκεκριμένα πρότυπα, στα οποία μπορούν να αναχθούν όλοι οι χαρακτήρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Από την πρώτη ομάδα, η απλούστερη ίσως κατηγοριοποίηση είναι η διάκριση των μυθοπλαστικών προσώπων σε κύρια και δευτερεύοντα, ανάλογα με τη σπουδαιότητα του ρόλου τους στην πλοκή του έργου. Οι σημαντικοί χαρακτήρες αποκαλούνται συχνά και «ήρωες» ή «πρωταγωνιστές». Πως όμως ξεχωρίζουμε τον ήρωα και γενικά τον πρωταγωνιστή μιας αφήγησης; Το ερώτημα μπορεί να φαίνεται απλοϊκό αλλά πολλές φορές είναι δύσκολο να απαντηθεί, ειδικά όταν πρόκειται για κείμενα σύγχρονα, που δεν εμπεριέχουν την κλασική μορφή του ήρωα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν κάποιο κεντρικό πρόσωπο). Ορισμένοι θεωρητικοί προτείνουν σήμερα μια δέσμη πέντε κριτηρίων ή προϋποθέσεων, τις οποίες πρέπει να πληρεί ένα αφηγηματικό πρόσωπο, προκειμένου να θεωρηθεί πρωταγωνιστικό. Αυτά τα κριτήρια είναι:

  • α) ο προσδιορισμός: το κεντρικό πρόσωπο μας παρουσιάζεται με όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες (π.χ. εμφάνιση, συναισθήματα και ψυχολογία, κίνητρα, παρελθόν κτλ.)
  •  β) η κατανομή: επανέρχεται στην ιστορία πολλές φορές και είναι παρόν σε όλες τις κρίσιμες στιγμές
  •  γ) η ανεξαρτησία: είναι πρόσωπο αυθύπαρκτο μέσα στην ιστορία
  •  δ) η λειτουργία: προβαίνει σε πράξεις αποκλειστικά δικές του
  •  ε) η σχέση: διατηρεί κάποια σχέση με όλα σχεδόν τα πρόσωπα της ιστορίας.

Στη διαλεκτική σχέση μεταξύ προσώπων και πλοκής βασίζεται και μια άλλη διάκριση, η οποία εξετάζει κατά πόσον τα πρώτα υπόκεινται στη δράση και την εξυπηρετούν ή το αντίστροφο: ορισμένα πρόσωπα, δηλαδή, κάνουν αισθητή την παρουσία τους, αναλαμβάνοντας μία ή περισσότερες λειτουργίες στην αλυσίδα της δράσης· πολύ συχνά, όμως, ολόκληρα επεισόδια της πλοκής έχουν ως βασικό τους στόχο να καταδείξουν τα γνωρίσματα ενός προσώπου (π.χ. στο λεγόμενο ψυχολογικό μυθιστόρημα).

Ξεχωριστή θέση στην πρώτη αυτή ομάδα κατηγοριοποιήσεων κατέχει η πρόταση του Βρετανού πεζογράφου και κριτικού Ε. Μ. Forster, ο οποίος διέκρινε τους πλασματικούς αφηγηματικούς χαρακτήρες σε «επίπεδους» και «σφαιρικούς». Οι πρώτοι δημιουργούνται με βάση μία μόνο ιδέα ή ιδιότητα, διευκολύνουν το συγγραφέα και αναγνωρίζονται εύκολα από τον αναγνώστη· οι δεύτεροι είναι πιο αναπτυγμένοι, συνδυάζουν πολλά γνωρίσματα, συχνά αντιθετικά, και πρέπει να μπορούν να εκπλήσσουν τον αναγνώστη, να είναι δηλαδή απρόβλεπτοι — φυσικά με τρόπο πειστικό. Κατά το Forster, το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι το πλέον βασικό κριτήριο για να θεωρήσουμε ένα χαρακτήρα σφαιρικό· ωστόσο, πρόκειται για ένα μάλλον επισφαλές κριτήριο, αφού οι εκπλήξεις που ενδεχομένως δοκιμάζει ο αναγνώστης ενός λογοτεχνικού έργου δεν έχουν να κάνουν μόνο με τα όσα συμβαίνουν στο έργο αυτό, αλλά κυρίως με το ποιος είναι ο συγκεκριμένος αναγνώστης (π.χ. πόσο εξοικειωμένος είναι με τη λογοτεχνία ή με τα έργα ενός συγγραφέα ή με το είδος στο οποίο ανήκει το έργο που διαβάζει κτλ.). Κατά τα άλλα, ο Forster έχει απόλυτο δίκιο, όταν λέει ότι και τα δυο είδη χαρακτήρων έχουν ίση αξία, καθώς είναι εξίσου απαραίτητα σε όλα τα έργα, στη σωστή φυσικά αναλογία.

Στην ίδια λογική βασίζεται και η διάκριση των χαρακτήρων σε στατικούς και δυναμικούς: οι πρώτοι μένουν σε γενικές γραμμές σταθεροί σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης και δε μεταβάλλονται, ενώ οι δεύτεροι εξελίσσονται. Και οι δυο κατηγορίες συνυπάρχουν σε όλα τα λογοτεχνικά έργα. Ειδικά όμως σε ό,τι αφορά τους στατικούς χαρακτήρες, μια ιδιαίτερη περίπτωση είναι ο λεγόμενος «τύπος», που έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς μεγάλους συγγραφείς, σε κορυφαία λογοτεχνικά έργα: πρόκειται για έναν χαρακτήρα του οποίου τα γνωρίσματα όχι μόνο παραμένουν τα ίδια σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης αλλά συνήθως αντιπροσωπεύουν τον υψηλότερο βαθμό ενός προτερήματος ή ελαττώματος (π.χ. ο φιλάργυρος).

Αυτή η τυποποίηση των χαρακτήρων έχει την ιστορία της. Πηγάζει απ' τη ρωμαϊκή κωμωδία, απαντάται στο θέατρο του γαλλικού κλασικισμού, ενώ κατάλοιπα αυτής της τάσης συναντάμε ακόμη και σήμερα, σε σύγχρονα θεατρικά έργα. Ωστόσο, η πιο ακραία περίπτωση τυποποίησης χαρακτήρων είναι η ιταλική comedia dell' arte, όπου οι ρόλοι, τα γνωρίσματα, ακόμη και τα ονόματα των χαρακτήρων είναι πάντοτε τα ίδια (π.χ. Αρλεκίνος, Κολομπίνα, κτλ.)· εκείνο που αλλάζει από έργο σε έργο είναι οι πράξεις που επιτελούν. Ξεκινώντας από τέτοιου είδους παρατηρήσεις και διαπιστώσεις, ορισμένοι μελετητές και θεωρητικοί διατύπωσαν την υπόθεση ότι οι αναρίθμητοι χαρακτήρες που συναντάμε στην παγκόσμια λογοτεχνία, επιτελούν πάντοτε τους ίδιους συγκεκριμένους ρόλους, ελάχιστους σε αριθμό, στους οποίους και μπορούν να αναχθούν. Στη συνέχεια, προσπάθησαν να εντοπίσουν και να κατονομάσουν τους ρόλους αυτούς, στηριζόμενοι βέβαια σε κάποιες αρχές ή κριτήρια. Αυτού του είδους οι κατηγοριοποιήσεις εντάσσονται στη δεύτερη ομάδα που αναφέραμε λίγο παραπάνω.

Η πιο γνωστή κατηγοριοποίηση σ' αυτή την ομάδα είναι το λεγόμενο «μοντέλο δράσης» του Γάλλου μελετητή Α. J. Greimas, στόχος του οποίου ήταν να καταδείξει ότι πίσω από την επιφανειακή ποικιλία των χαρακτήρων που συναντάμε όχι μόνο στα λογοτεχνικά κείμενα αλλά σ' όλων των ειδών τις αφηγήσεις (π.χ. κινηματογράφος, κόμικς κτλ.), κρύβεται ένας πεπερασμένος αριθμός συγκεκριμένων ρόλων. Ο Greimas, λοιπόν, κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε «δρώντες» και «δράστες». Οι δρώντες ορίζονται ως γενικές κατηγορίες, που λανθάνουν πίσω από κάθε αφηγηματικό κείμενο· από την άλλη πλευρά, οι δράστες είναι αυτοί που στο επίπεδο του λόγου επενδύουν με συγκεκριμένες ιδιότητες τους δρώντες — είναι, δηλαδή, τα πρόσωπα που σε κάθε δεδομένο κείμενο ενσαρκώνουν τους ρόλους.

Με βάση τη διάκριση αυτή, οι δρώντες είναι περιορισμένοι σε αριθμό και σταθεροί, ενώ οι δράστες αλλάζουν από έργο σε έργο και φυσικά είναι αναρίθμητοι. Πιο συγκεκριμένα, ο Greimas διακρίνει 6 μόνο δρώντες, οι οποίοι κατά τη γνώμη του βρίσκονται πίσω από κάθε αφηγηματική ιστορία, από τον Όμηρο ως τις μέρες μας: είναι το Υποκείμενο, το Αντικείμενο, ο Πομπός ή Εντολέας, ο Δέκτης ή Αποδέκτης, ο Βοηθός ή Συνεργός ή Συμπαραστάτης και ο Αντίμαχος ή Πολέμιος ήΑντίπαλ ος. Το Υποκείμενο είναι, βέβαια, ο βασικός ήρωας της ιστορίας, που έχει ως στόχο του την πρόσκτηση του Αντικειμένου· ο Πομπός βοηθά το Υποκείμενο να συνειδητοποιήσει την επιθυμία του για το Αντικείμενο, ενώ ο Δέκτης είναι αυτός που λαμβάνει το μήνυμα του Πομπού· τέλος, Βοηθός είναι όποιος συμπαραστέκεται στον αγώνα του Υποκειμένου και Αντίπαλος αυτός που προβάλλει εμπόδια.

Ο Greimas σπεύδει να διευκρινίσει ότι το γενικό αυτό μοντέλο μπορεί να γίνει ιδιαίτερα περίπλοκο, αλλάζοντας μορφή από κείμενο σε κείμενο. Για παράδειγμα, ένας δρων μπορεί να μοιράζεται σε περισσότερους δράστες· αλλά και ένας δράστης μπορεί να αντιστοιχεί σε περισσότερους δρώντες, ακόμη και αντιφατικούς. Έπειτα, ένας δρων είναι πιθανό να ενσαρκώνεται από άνθρωπο· μπορεί, όμως, να είναι και ένα άλλο έμψυχο ον (π.χ. κάποιο ζώο), ένα άψυχο αντικείμενο (π.χ. ένα μαγικό δαχτυλίδι), μια αφηρημένη έννοια ή ιδέα (π.χ. η μοίρα), ένας συνδυασμός μερικών απ' αυτά ή ένα σύνολο από περισσότερα έμψυχα ή άψυχα ή αφηρημένες έννοιες. Μια άλλη περίπτωση είναι να έχουμε στην ίδια ιστορία περισσότερες από μία γραμμές δράσης και άρα περισσότερα από ένα Υποκείμενα, Αντικείμενα κτλ., τα οποία μάλιστα να συμπλέκονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους. Τέλος, ειδικά στη νεότερη λογοτεχνία, είναι συχνά πολύ δύσκολο να αποφασίσει κανείς ποιος δράστης είναι το Υποκείμενο, ποιος το Αντικείμενο κτλ.

Έπειτα από αυτά τα μοντέλα, ένα τελευταίο ζήτημα που πρέπει να θίξουμε, είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι χαρακτήρες μιας αφήγησης. Πώς, δηλαδή, φτάνουν ως εμάς όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που τους αφορούν, ώστε να σχηματίσουμε μια γνώμη γι' αυτούς; Πρόκειται, μ' άλλα λόγια, γι' αυτό που θα ονομάζαμε «χαρακτηρισμό».

Δύο είναι οι βασικοί τρόποι χαρακτηρισμού: ο άμεσος και ο έμμεσος. Στην πρώτη περίπτωση, το αφηγηματικό πρόσωπο προσδιορίζεται απευθείας, συνήθως με κάποιο επίθετο που δηλώνει ιδιότητα, είτε από τον αφηγητή, είτε από κάποιον άλλο χαρακτήρα είτε από τον ίδιο του τον εαυτό. Η αξιοπιστία αυτού του χαρακτηρισμού εξαρτάται απ' την προέλευσή του και αναμφίβολα θα πρέπει να ελεγχθεί.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη περίπτωση, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να παρουσιαστεί με έμμεσο τρόπο ένας χαρακτήρας. Για παράδειγμα, μπορεί να γίνει μέσα από τη δράση του, το λόγο του, την εξωτερική του εμφάνιση ή το περιβάλλον —φυσικό, τεχνητό, ανθρώπινο— μέσα στο οποίο κινείται. Πολύ γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η εποχή μας στρέφεται κυρίως προς αυτό τον τρόπο, που είναι σαφώς πιο υπαινικτικός και δίνει μεγαλύτερη ελευθερία στον αναγνώστη — στοιχείο που η σύγχρονη λογοτεχνία εκτιμά ιδιαίτερα.

 

[Υπάρχουν και δύο ειδικότερα ζητήματα τα οποία θα άξιζε να σχολιάσουμε. Το πρώτο αφορά στις λειτουργίες τις οποίες επιτελούν συνήθως οι αφηγηματικοί χαρακτήρες. Με βάση την επικρατέστερη σήμερα άποψη, κάθε αφηγηματικός χαρακτήρας επιτελεί δύο κύριες λειτουργίες:

  • α) τη λειτουργία της δράσης, αφού συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα της πλοκής
  •  β) τη λειτουργία της ερμηνείας, αφού υιοθετεί πάντοτε μια δική του υποκειμενική στάση απέναντι στα γεγονότα της αφήγησης, τα οποία ενδεχομένως αξιολογεί και ερμηνεύει.

Δευτερευόντως, όμως, κάθε χαρακτήρας μπορεί να αναλάβει και κάποιες λειτουργίες που κατά κύριο λόγο ανήκουν στον αφηγητή:

  • α) τη λειτουργία της αναπαράστασης, δηλαδή την επιτέλεση της αφηγηματικής πράξης
  • )β τη λειτουργία του ελέγχου, δηλαδή την κυρίαρχη θέση του αφηγητή, που μπορεί ελεύθερα να σχολιάσει τα πάντα, ακόμη και το λόγο των χαρακτήρων

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούμε και στο ζήτημα του λόγου των μυθοπλαστικών χαρακτήρων. Με ποιους τρόπους αποδίδονται μέσα σε μια αφήγηση τα λόγια των ηρώων; Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι, ανάλογα με τις επιδιώξεις του αφηγητή:

  • α. ο μιμούμενος η ευθύς λόγος: ο αφηγητής προσποιείται ότι παραχωρεί τη θέση του στους ήρωές του και αναπαράγει το διάλογο ή την ομιλία τους γενικότερα χωρίς περικοπές ή αλλοιώσεις. Από τυπογραφικής πλευράς, η πιστή αυτή απόδοση του διαλόγου αποδίδεται με εισαγωγικά ή με παύλες.
  • β. ο διηγηματοποιημένος ή αφηγημένος λόγος: ο λόγος των προσώπων εκφέρεται από τον ίδιο τον αφηγητή και ο αναγνώστης (ή, γενικά, ο αποδέκτης της αφήγησης) δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα «πραγματικά» λόγια που υποτίθεται ότι πρόφερε ο αφηγηματικός χαρακτήρας. Η διαμεσολάβηση του αφηγητή μεταφέρει, συμπυκνώνει, αραιώνει, τονίζει κτλ. μόνο τα σημεία που εκείνος επιθυμεί. Πρόκειται για την πλέον αποστασιοποιημένη μορφή απόδοσης του λόγου των πρόσωπων.
  • γ. ο μετατιθέμενος ή πλάγιος λόγος: η τρίτη αυτή περίπτωση βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις δυο πρώτες: η ομιλία των προσώπων ενσωματώνεται γραμματικά στο λόγο του αφηγητή, είτε σε πλάγιο είτε στο λεγόμενο ελεύθερο πλάγιο λόγο· δε μεταφέρεται αυτούσια, όπως στην πρώτη περίπτωση, ούτε απολύτως διηγηματοποιημένη, όπως στη δεύτερη. Πάντως, η παρουσία του αφηγητή είναι αισθητή, κυρίως στη συντακτική διάρθρωση του λόγου.

 Η κατηγοριοποίηση αυτή ανήκει στο Γάλλο μελετητή Gerard Genette και το χαρακτηριστικό της είναι ότι δε διαχωρίζει το λόγο απ' τη σκέψη, θεωρώντας τη δεύτερη ως σιωπηλή ομιλία. Γι' αυτό και τοποθετεί το λεγόμενο εσωτερικό μονόλογο στην πρώτη κατηγορία. Ωστόσο, γι' αυτή την επιλογή του να ταυτίσει λόγο και σκέψη, ο Genette έχει δεχθεί αρκετές κριτικές.]

(Βλ. Ελεύθερος πλάγιος λόγος, Εσωτερικός μονόλογος, Μυθοπλασία)

 


Πηγές:
3/ Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων